«Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά» από τον Αύγουστο Κορτώ

Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά

Από την Ντιλέττα Σιαγιάννη

Τον Αύγουστο Κορτώ τον γνώρισα λογοτεχνικώς γύρω στο 2007 καθώς ήμουν στο καράβι για Ιταλία. Το απόγευμα λοιπόν, βγήκα απ’ την καμπίνα μου και επισκέφθηκα το βιβλιοπωλείο του πλοίου προς αναζήτηση ενός νέου βιβλίου που θα με συντροφεύσει στο ταξίδι μου αλλά θα με ταξιδέψει και αλλού παράλληλα. Καθώς λοιπόν κοιτούσα τα ράφια, είδα τον τίτλο «Ο Δαιμονιστής» – ένας τίτλος που μου τράβηξε το ενδιαφέρον αστραπιαία και το κλείδωσε την στιγμή που διάβασα την σύνοψη στο οπισθόφυλλο. Κάπως έτσι ξεκίνησε το πραγματικό ταξίδι μου· αυτό στα πολύπλευρα και πολυσύνθετα έργα του Αύγουστου Κορτώ – ενός ανθρώπου που γεννά νέες ιστορίες πιο γρήγορα από πολλούς εν γνώσει μου συγγραφείς.

Τον Πέτρο όμως – τον άνθρωπο δηλαδή πίσω από το ψευδώνυμο εμπνευσμένο εκ του γνωστού Αυγούστου Στρίντμπεργκ – τον γνώρισα προσωπικώς σχεδόν έναν χρόνο αργότερα από την ημέρα που «συνάντησα» τον «Δαιμονιστή». Ένας άνθρωπος εσωστρεφής και διακατεχόμενος από μια αξιοθαύμαστη ταπεινότητα που ερχόταν σε μια πλήρη αλλά συνάμα εναρμονισμένη αντίθεση με την ένταση της πένας του. Τότε ήταν που βεβαιώθηκα πως το απαράμιλλο ταλέντο και η χαρισματική του φύση ήταν σε απόλυτη συνάρτηση με την εξίσου αξιόλογη προσωπικότητά του.

Πλέον όμως έχουν περάσει εννιά χρόνια από τότε αλλά, για ακόμα μια φορά, βρήκα τον εαυτό μου στην παρουσίαση της «ενισχυμένης και χορταστικής έκδοσης» του βιβλίου του «Ο Άνθρωπος που Έτρωγε Πολλά»  που έλαβε μέρος στο καφέ του Public Συντάγματος την Τετάρτη 24 του μηνός. Μια αντισυμβατική, όπως απεδείχθη, παρουσίαση καθώς η βραδιά αυτή, ναι μεν είχε ως θέμα το προαναφερθέν βιβλίο όμως ο στόχος της τελικά ήταν σαν μια ενδοσκόπηση στο δαιδαλώδες ανθρώπινο χάος.  Όσο κυλούσαν λοιπόν τα λεπτά, ο χώρος γέμιζε ολοένα και περισσότερο με ανθρώπους κάθε ηλικιακής κλίμακας που κρατούσαν σφιχτά το βιβλίο της επικείμενης παρουσίασης καθώς και είτε κινητά ή κάμερες με σκοπό να απαθανατίσουν ή βγάλουν μια φωτογραφία με τον συγγραφέα.

Ήταν κοντά 21:05 όταν ο Αύγουστος Κορτώ «ανέβηκε στο βήμα» με μια εμφανή συστολή η οποία είχε προκληθεί από την ακόμα εμφανέστερη προσοχή των πολυπληθών ματιών που ακολουθούσαν τις κινήσεις του και ανέμεναν την έναρξη της εκδήλωσης. Αφού βολεύτηκε, ξεκίνησε υπογραμμίζοντας το εθιμοτυπικό και μινιμαλιστικό στήσιμο του χώρου με τα απολύτως απαραίτητα στοιχεία: τον συγγραφέα και τον κόσμο, και έκανε λόγο για το πόσο σημαντικότερο ήταν για εκείνον να συνομιλήσει απευθείας με το κοινό δίχως την συμμετοχή κάποιου άλλου συναδέλφου ή προσώπου να τον προλογίσει. Το μόνο που ήθελε ήταν να «γιορτάσει τον άνθρωπο που έτρωγε πολλά». Ένα βιβλίο που το έχει συνδέσει άμεσα με τα παιδικά άγχη και προβλήματα τα οποία τον οδήγησαν στην «αναζήτηση ενός αναλγητικού» έτσι ώστε να τα αντιμετωπίσει – ένα αναλγητικό που βρήκε φωλιασμένο στο γέλιο και την κωμική στάση απέναντι στο «παράλογο της καθημερινότητας». Την κωμωδία που, όπως πιστεύει, είναι το «αδικημένο αδερφάκι της τραγωδίας» διότι δεν λαμβάνει την ίδια αντιμετώπιση και εκτίμηση με την τραγωδία εξαιτίας του «ελαφριού» της ιδιοσυγκρασίας της.

Αύγουστος Κοτρτώ - Ντιλέττα Σιαγιάννη

Κάπως έτσι θαρρώ πως και ο ίδιος ο Αύγουστος Κορτώ αντιμετωπίζει, ή έστω προσπαθεί να αντιμετωπίσει, τη ζωή καθώς τον άκουσα να αστειεύεται για το μεγάλο χάσμα μεταξύ της αντίληψης που έχει ο κόσμος για τη ζωή ενός συγγραφέα – ή γνωστού ανθρώπου κατ’ επέκταση – και της πραγματικότητας αφού όπως ανέφερε «η ζωή του είναι λιγότερο συναρπαστική από αυτή ενός βραδύποδα». Η φράση αυτή – πέραν του γέλιου που προκάλεσε σε όλο το καφέ – καθώς και η όλη κουβέντα περί κωμωδίας κρύβουν στα φανερά μια μεγάλη αλήθεια: την, ίσως ζωτικής σημασίας, ανάγκη να ζούμε με λίγο φως μέσα μας ακόμα κι αν περιτριγυριζόμαστε από σκοτάδι – το θάρρος να μην βυθιζόμαστε σε αυτό. Γιατί στο κάτω κάτω, είναι πράγματι αίσθημα κάθαρσης η γελοιοποίηση της θλίψης από την παράδοση σε αυτήν.

Σε σύνδεση με τα παραπάνω, η συζήτηση όδευσε προς την λυτρωτική κατά κάποιο τρόπο ύπαρξη των social media – μια πτυχή της ύπαρξής τους που εγώ δεν είχα αναλογιστεί έως τώρα και που η άποψη αυτή του συγγραφέα φύτεψε στο μυαλό μου: πως κάποτε πριν χρόνια, «χωρίς τα social media μιλούσαμε στους τοίχους». Πόσο μεγάλη αλήθεια είναι αυτή και πόσο σε πλήρη αντίθεση έρχεται με την συνεχή κατακρεούργησή τους εξαιτίας της αποξένωσης που υποτίθεται αλλά και σίγουρα προκαλούν. Αυτό τελικά πράγματι αποδεικνύει πως όλα έχουν μέσα τους και το καλό και το κακό. Πως για πολλούς, τα μέσα δικτύωσης δεν είναι το εργαλείο που τους αλλοτριώνει αλλά ένα ξέφωτο, η ευκαιρία να εκφραστούν και η παρηγοριά πως κάποιος κάπου διαβάζει όσα έχουν να πουν και αυτό ακριβώς τους κάνει να αισθάνονται λιγότερο μόνοι.

Κάπως έτσι πιστεύω πως λειτουργούν και τα βιβλία – με έναν προφανώς πολύ βαθύτερο, αυτοπαρατηρητικό και βαρυσήμαντο τρόπο. Και κάπως έτσι σίγουρα λειτουργούν και τα συγγραφικά έργα του Αύγουστου Κορτώ – μια γκάμα τραγωδιών και κωμωδιών ικανή να ικανοποιήσει κάθε διάθεση· είτε αυτή είναι ευχάριστη, είτε δυσάρεστη, είτε μεταπτωτική.

Κάτι τέτοιο θα έχει κανείς την ευκαιρία να βρει περιπλανώμενος στις σελίδες της νέας έκδοσης του «ανθρώπου που έτρωγε πολλά» – ένα πάντρεμα κωμικοτραγικών καταστάσεων που σε κάνει να γελάς με την καρδιά σου ακόμα κι αν το γέλιο αυτό είναι κάπως κοινωνικά αντισυμβατικό όσον αφορά τα αντικείμενα που στο προκαλούν. Και ως απόδειξη των παραπάνω, παραθέτω ένα μικρό αντιπροσωπευτικό απόσπασμα από το βιβλίο αυτό:

Από την ιστορία «Το πετάς, και πετάς!»:

Κι ωστόσο, μες σε κάθε τζίτζιλο μίτζιλο ελλοχεύει ένας πυρήνας άψυχης πλην πεισματικής αλαζονείας. Μια φωνή φοβισμένη, που λέει ότι είμαστε πλασμένοι από φωτογραφίες και μικροπράγματα, κι ότι αν τα χάσουμε θα χάσουμε αυτό που μας συνθέτει. Όμως – κι απολογούμαι για τη ροπή μου στο μελό – δεν είμαστε ούτε χάρτινοι, ούτε λούτρινοι, ούτε πλαστικοί, χρυσοί η μεταξένιοι. Ναι, η ύλη μας είναι φθαρτή (υπάρχουν παπούτσια με μακράν ανθεκτικότερο δέρμα απ’ το δικό μας), μα το εντός μας σύμπαν, τα αισθήματα, οι μνήμες και η παρουσία των ανθρώπων που εμπλέκονται σ’ αυτά, είναι πιο άφθαρτη και από το λαμπρότερο διαμάντι.
(Και τώρα, επειδή συγκινήθηκα, θα μου επιτρέψετε να σας αφήσω – μόλις βρήκα μια σακούλα με κιτρινισμένα σεμεδάκια, κι επείγει, προτού τα σουτάρω, να τα θωπεύσω, περιγελώντας το μουχλιασμένο παρελθόν και τις αξιοθρήνητες μνήμες που περικλείουν).

Γιατί η ζωή θέλει πολύ φαγητό και η τροφή αυτής το γέλιο.

Ευχαριστώ ενθέρμως τις Εκδόσεις Πατάκη για την πρόσκληση.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.