Παρουσίαση – Κριτική βιβλίου – Χρυσηίδα Δημουλίδου: Το Σπίτι των Σκιών

Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 1938. Η δεκαοκτάχρονη Ειρήνη, κόρη στρατηγού, και ο Κωνσταντίνος, μοναδικός γόνος της πάμπλουτης οικογένειας Μποτέλη, γνωρίζονται και δεν αργούν να ερωτευτούν. Είναι ένας έρωτας που συναντά εμπόδια, κυρίως λόγω της οικονομικής και κοινωνικής τους διαφοράς, εντούτοις δεν πτοούνται: οι δύο νέοι αποφασίζουν να παντρευτούν.

Ωστόσο, την ημέρα του γάμου τους, η απρόσμενη «αυτοκτονία» του Κωνσταντίνου στην έπαυλή του ανατρέπει τα πάντα και η Ειρήνη καταρρέει ψυχολογικά. Λίγους μήνες προτού ξεσπάσει ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, φυγαδεύεται στον Καναδά, αφήνοντας πίσω οικογένεια, φίλους και ό, τι στοίχειωσε την πρώτη νιότη. Εκεί θα ξεκινήσει από το μηδέν μια νέα ζωή.

Σχεδόν εξήντα χρόνια αργότερα, η Ελεονόρα Ντάγκλας, μια πλούσια Αμερικανίδα με ελληνικές ρίζες, έρχεται για διακοπές στην Ελλάδα προσπαθώντας να ξεπεράσει ένα προσωπικό δράμα. Μια καινούργια γνωριμία θα την πείσει να μείνει στην Αθήνα. Ανακαλύπτει τυχαία μια παλιά κι εγκαταλειμμένη έπαυλη που τη μαγνητίζει τόσο, ώστε αποφασίζει να την αγοράσει. Καθώς την ανακαινίζει, αποκαλύπτεται κάτω από μια ταπετσαρία η τοιχογραφία ενός νεαρού ζευγαριού: η κοπέλα της μοιάζει πολύ και η Ελεονόρα το θεωρεί καλό οιωνό. Όμως λίγο καιρό μετά την εγκατάστασή της αρχίζουν να συμβαίνουν περίεργα πράγματα, που, ενώ την τρομάζουν, παράλληλα την προκαλούν να ερευνήσει την ταυτότητα του ζευγαριού, νιώθοντας πως εκεί κρύβεται η απάντηση όχι μόνο στο μυστήριο της έπαυλης, αλλά και σε μια σειρά από ερωτηματικά…

Το «Σπίτι των Σκιών» αποτελεί, κατά τα λεγόμενα της ίδιας της συγγραφέα, στον πρόλογο του βιβλίου, την πρώτη της απόπειρα να ασχοληθεί με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Ως προς την ατμοσφαιρικότητα, είναι ένα βιβλίο που σε κερδίζει από τις πρώτες σελίδες. Φορέματα εποχής, νεοκλασικά, άμαξες, κήποι συνθέτουν από κοινού, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, ένα ρεαλιστικό σκηνικό της μεσοπολεμικής Αθήνας. Μιας Αθήνας που ισορροπούσε άτσαλα μεταξύ μεγαλοπρέπειας και δυστυχίας, με τον επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο να θρυμματίζει μια και καλή αυτήν την ισορροπία. Όλο αυτό η Δημουλίδου καταφέρνει να μας το μεταδώσει με μεγάλη ζωηράδα. Οι περιγραφές τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη (την μεταπολεμική) ιστορία του μυθιστορήματος αναδεικνύουν ζωές που ακροβατούν, ανθρώπους που γεύονται εναλλάξ τη γλύκα και την πίκρα, πλάσματα που διαμορφώνονται από ιστορικές και προσωπικές συγκυρίες.

Όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου διαθέτουν ευδιάκριτο προφίλ. Μπορεί να μην είναι όλοι λεπτομερώς επεξεργασμένοι, παρ’ όλα αυτά ξεχωρίζουν μες στην ατομικότητά τους. Δεν είναι μονοδιάστατοι, αντίθετα «τσακίζουν» και συμπεριφέρονται αναλόγως των περιστάσεων. Το κυριότερο; Η Δημουλίδου φροντίζει ν’ αποκαλύψει τον εσωτερικό τους κόσμο και τα κίνητρα των πράξεών τους, δίνοντάς μας εν τέλει ανθρώπινες ιστορίες διόλου «θολο-φιλοσοφικές»: σε αυτό το άγχος που κατατρώει πολλούς μυθιστοριογράφους, με αποτέλεσμα να πλάθουν χαρακτήρες θαμπούς ή αντιφατικούς (και τελικώς επίπλαστους), εκείνη ευτυχώς δεν ενδίδει. Το συγκινησιακό στοιχείο περιέχεται επίσης έντονο σε όλη την έκταση της αφήγησης, αφήνοντάς μας στο τέλος το αίσθημα του ανικανοποίητου για κάποια ευτυχία που έμεινε ημιτελής, όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει και στην πραγματικότητα…

Η παρατήρησή μου έχει να κάνει κυρίως με την αφηγηματική δομή. Από τη στιγμή που επέλεξε να δώσει στο «Σπίτι» της έναν πιο αστυνομικό και μυστηριακό χαρακτήρα, θα ήταν καλύτερο να περιπλέξει τις δύο ιστορίες – εγκιβωτίζοντας ενδεχομένως την πρώτη στην δεύτερη – και όχι να τηρήσει μια τόσο απλοϊκή εξιστόρηση των επιμέρους διηγήσεων. Με αυτόν τον τρόπο θα κατόρθωνε αφενός να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο, εντείνοντας το μυστήριο στον υπερθετικό βαθμό, αφετέρου δε να δυσκολέψει τη μαντεψιά του αναγνώστη για τη λύση του (η αλήθεια είναι πως οι πιο μυημένοι μπορούν να υποθέσουν στο περίπου το περιεχόμενο των τελευταίων σελίδων). Επιπροσθέτως, υπάρχει η αίσθηση ότι σε επιμέρους σημεία οι συμπτώσεις είναι εύκολες, βολικές για την εξέλιξη της πλοκής, κάτι που δεν έχει ανάγκη το ούτως ή άλλως δυνατό της σενάριο. Τέλος, η προσπάθειά της ν’ αποτυπώσει με πιστότητα τα late 1930s εμφανίζει κάπου-κάπου μια πόζα κάπως υπερβολική (όπως λ.χ. μερικές αρχαιοπρεπείς καθημερινές συνομιλίες και κάποιες αφελείς στιχομυθίες, στοιχεία που παρεκκλίνουν από την αληθοφάνεια του έργου).

Ομολογουμένως, από τους συγγραφείς που υποστηρίζουν το εν λόγω λογοτεχνικό είδος, η Χρυσηίδα Δημουλίδου διαθέτει μία από τις αρτιότερες πένες. Τούτο συνιστά από μόνο του μια καλή αφετηρία ώστε ν’ αφήσουμε πίσω τις όποιες προκαταλήψεις και ν’ αντιμετωπίσουμε το νέο της βιβλίο ντόμπρα κι αμερόληπτα, όπως αξίζει σε κάθε πνευματικό δημιούργημα, καλό ή κακό.

Το Σπίτι των Σκιών

Χρυσηίδα Δημουλίδου

Εκδόσεις Ψυχογιός

Δημήτρης Μανουήλ

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.