ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – Ράνια Σχίζα: Όταν δεν ζεις απλά, απλά δεν ζεις

«Μια κανονική μέρα» πίστευα πως ήταν εκείνη η Πέμπτη που αποφάσισα να πάω στο θέατρο Αυλαία και να δω τη Ράνια Σχίζα στο μονόλογο της Κατερίνας Γιαννάκου. Διαψεύστηκα. Ίσως μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέχρι τη στιγμή που η ηρωίδα μπήκε στην αίθουσα, πέρασε από δίπλα μας και στάθηκε απέναντί μας να ήταν μια κανονική μέρα. Μετά, με όσα άκουσα, με όσα βίωσα μέσα από αυτή τη γυναίκα που η μοίρα της έγραψε να δει τον άνδρα της απαγχονισμένο, έγινε ξεχωριστή. Πήρα ένα μεγάλο μάθημα ζωής… Και να σκεφτεί κανείς πως νόμιζα ότι ήταν «Μια κανονική μέρα».

Διαβάζω το πρόγραμμα της παράστασης, απομαγνητοφωνώ τη συνέντευξη και νιώθω τόσο τυχερή που την είδα. Και ακόμη πιο τυχερή νιώθω που γνώρισα αυτή τη γυναίκα. Μια γυναίκα που κουβαλά στην τσάντα της συλλογές του Τάσου Λειβαδίτη, που λατρεύει την οικογένειά της, αλλά έχει το θάρρος να δώσει δύναμη στις κόρες της ώστε να ανοίξουν όσο πιο πλατιά γίνεται τα φτερά τους και να πετάξουν με γνώμονα τα θέλω τους! Μια γυναίκα που σου μιλά κοιτάζοντάς σε στα μάτια, που το συναίσθημά της χρωματίζει τη φωνή της, ζεσταίνει το βλέμμα της, απαλύνει τις κινήσεις της, που δεν κρύβεται πίσω από εξωραϊσμένες λέξεις. Αυτή είναι η Ράνια Σχίζα, μια αληθινή γυναίκα που παλεύει να κάνει την κάθε κανονική μέρα ξεχωριστή!

rania_sxizaΚ . Σχίζα, κάνοντας έναν απολογισμό τελικά πόσες κανονικές και πόσες ξεχωριστές μέρες ζει ένας άνθρωπος;

Αχ, αυτό είναι το κακό. Δυστυχώς, οι ξεχωριστές είναι τόσο σπάνιες και μπαίνουμε στη διαδικασία να τις επαναλάβουμε με τον ίδιο τρόπο, οπότε τελικά κι αυτές παύουν να είναι ξεχωριστές. Ζούμε μέσα σε μια καθημερινότητά, που κάποια στιγμή μας αποκοιμίζει. Ε, αυτή η αποχαύνωση είναι και η παγίδα μας, ο σιγανός μαρασμός μας. Η κανονική μέρα υπαγορεύεται από κανόνες. Όμως αυτούς τους κανόνες τους βάζουμε εμείς ; Μάλλον μας τους φοράνε και νομίζουμε ότι είναι δικοί μας.

Δεν θα έλεγε, όμως, κανείς ότι είναι εύκολο να ξεφύγουμε από αυτούς τους κανόνες…

Καθόλου. Σου μιλάει ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να το κάνει. Η αλήθεια είναι πως εμείς οι ηθοποιοί είμαστε λιγάκι ευνοημένοι. Κάθε βράδυ όταν ανεβαίνουμε πάνω στη σκηνή ζούμε μια ξεχωριστή στιγμή. Επώδυνη μεν, αφού δεν ξέρεις ποτέ τι σου επιφυλάσσει. Με αυτή την έννοια έχουμε την πολυτέλεια των ξεχωριστών στιγμών. Την πληρώνουμε, βέβαια, με την έκθεση. Όμως, για να έχεις κάτι ξεχωριστό, πρέπει να πληρώσεις. Άλλωστε λένε και συμφωνώ απόλυτα με αυτό, ότι για να αποκτήσει κανείς κάτι πολύ μεγάλο, πρέπει να χάσει κάτι εξίσου μεγάλο.

Η ηρωίδα που υποδύεστε διένυε μια φαινομενικά κανονική μέρα, μέχρι τη στιγμή που πληροφορήθηκε ότι ο άνδρας της έβαλε τέλος στη ζωή του…

Δυστυχώς, σε μια κανονική μέρα συμβαίνουν αυτά. Μια κανονική μέρα, που τελικά έγινε ξεχωριστή με έναν πολύ τραγικό τρόπο. Ήταν μια οικογενειάρχισσα. Παντρεμένη από έρωτα. Εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένη με τον άντρα της. Έχει δύο υπέροχα κορίτσια. Είναι μια γυναίκα που δεν δουλεύει και πιστεύει ότι αυτό που ήθελε στη ζωή της ήταν να κάνει μια όμορφη οικογένεια και να την υπηρετεί. Ο σύζυγος της είχε μια ανθούσα επιχείρηση, ένα καθαριστήριο, αυτός είναι η πλάτη αυτής της γυναίκας. Αυτοπροσδιορίζεται μέσα από εκείνον. Είναι η κακομαθημένη του, αφού της παρέχει τα πάντα. Εκείνος, όπως οι περισσότεροι Έλληνες έχει πάρει δάνεια για το σπίτι τους στην Αθήνα και το εξοχικό τους. Ο άνθρωπος δουλεύει και εξυπηρετεί και τα δάνειά του. Το έργο τοποθετείται χρονικά στο σήμερα, οπότε κάποια στιγμή με την οικονομική ανατροπή, που ήταν ένα σοκ για όλους μας, ξαφνικά ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτά τα οποία υποσχέθηκε και… την κάνει. Συνειδητά. Δι’ απαγχονισμού. Δεν αντέχει το γεγονός ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο που ο ίδιος επέλεξε να έχει.

Μένει πίσω αυτή η γυναίκα να μαζέψει τα κομμάτια. Βλέπουμε τα στάδια του πένθους της. Σύμφωνα με ψυχολόγους, υπάρχουν στάδια που περνάνε οι επιζήσαντες. Έτσι χαρακτηρίζουν αυτούς που μένουν πίσω. Μετά το πρώτο σοκ έρχεται η οργή, ο θυμός. Και έχει δίκιο να είναι θυμωμένη, γιατί εκείνος λιποτάκτησε. Τη βγάζει από τα νερά της.

Σιγά -σιγά όμως αρχίζει να επαναπροσδιορίζεται. Ήθελε πάντα να γίνει οικογενειάρχισσα; Δεν νομίζω ότι υπάρχει γυναίκα στη σημερινή κοινωνία που ονειρεύεται μόνο αυτό! Βέβαια, δεν είναι εύκολο να κυνηγήσεις αυτό που αγαπάς, γιατί υπάρχει και η διάψευση. Αν πας να το κάνεις και δεν…;

Βλέπουμε τον πόνο, τις τύψεις της, την συνειδητοποίηση, την αποδοχή -με πισωπατήματα πάντα- και στο τέλος βλέπουμε την αναγέννησή της μέσα από τις στάχτες της.

Διακινδυνεύω να το πω αλλά κάθε πράγμα έχει και την καλή του πλευρά. Επιχειρεί κι εκείνη να αυτοκτονήσει. Όμως έμαθε και προχώρησε, βρίσκοντας το μείζον, το σημαντικό γι’αυτή. Και το σημαντικό ήταν δίπλα της.

Πάντα το σημαντικό είναι δίπλα μας αλλά δεν το βλέπουμε.

σχιζα 2Το ιδανικό θα ήταν να μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις μικρές χαρές χωρίς να αναγκαζόμαστε να υποστούμε ένα τόσο μεγάλο σοκ. Αν ο άνδρας της μπορούσε να τη στηρίξει και αυτή να αναπτύξει μια προσωπικότητα έτσι όπως θα την ήθελε ίσως να μην αναγκαζόταν να φτάσει κι εκείνος σε αυτό το σημείο…

Έχεις πιάσει ακριβώς το νόημα του έργου. Έχει να κάνει με τις διαπροσωπικές σχέσεις. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μιλάγανε αυτοί οι δύο άνθρωποι. Αυτός δεν ήθελε να τη φορτώσει με τα δικά του. Εκείνη πάλι όσες φορές προσπαθούσε να της μιλήσει δεν του έδινε σημασία και τελικά… Η αιτία γραφής αυτού του έργου είναι οι αυτοκτονίες. Όμως, τελικά κανείς δεν μένει σε αυτό.

Είναι οι δειλοί ή οι θαρραλέοι της υπόθεσης όσοι αποφασίζουν να φύγουν και μάλιστα με τόσο τελεσίδικο τρόπο;

Δεν έχω απάντηση σε αυτό. Το έργο λέει κάτι κάποια στιγμή:

Τι είναι ευτυχισμένος άνθρωπος; Να μένεις όπου αγαπάς, να μη φεύγεις. Να φτάνουν για να σε κρατήσουν αυτοί που σ’ αγαπάνε.

Έχουμε τόσο πολύ δηλητηριαστεί με αυτό το πράγμα που συμβαίνει, με την καθημερινότητά μας… Μπορεί μια κακή συνάντηση, μια κακή κουβέντα από κάποιον ξαφνικά να μου χαλάσει τόσο πολύ τη διάθεση, ώστε να μην ασχοληθώ να μη κοιτάξω τα χαμόγελα ανθρώπων που με αγαπάνε. Είναι τρομερό να μη μπορεί να νικάει το χαμόγελο και η θετικότητα.

Συνέβαινε και παλαιότερα ή είναι σημείο των καιρών;

Σίγουρα τώρα διογκώνεται… Τι είναι η κρίση; Ξαφνικά πήρες από τον άλλο το + και του το έκανες -. Γιατί το είπανε οι τράπεζες. Αυτό το έργο θέλει να ξεσηκώσει. Δεν γίνεται άλλο… Να απενοχοποιηθούμε ως άνθρωποι. Ο καθένας μας αξίζει το καλύτερο. Ο καθένας μας έχει κάνει τα λάθη του. Συζητάω με τους ανθρώπους της Σχεδίας. Γράφουνε την ιστορία τους και παραδέχονται πως έκαναν λάθος. Πέρασαν λεφτά από τα χέρια τους και δεν συμπεριφέρθηκαν όπως έπρεπε. Αυτοί ο άνθρωποι δεν αξίζουν ένα δωματιάκι για να μείνουν;

Μας έχουν περάσει την ενοχή του «μαζί τα φάγαμε». Ποιοι; Εμείς; Εμείς πετάξαμε τα παιδιά μας μέσα στη γούβα; Τι λέτε ρε; Ήρθα εγώ κι έφαγα από τη δική σου μπουκιά, από τη μπουκιά του παιδιού μου;  Ποιος το λέει αυτό; 

Λατρεύω τον Τάσο Λειβαδίτη (και βγάζει από την τσάντα της το πρόγραμμα της παράστασης, το ανοίγει και μου λέει…) Για μένα όλο το έργο είναι αυτό:

Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί.

Συνεπαρμένη από την κουβέντα, ανοίγει ξανά την τσάντα και τότε εμφανίζεται μια ολόκληρη συλλογή του Λειβαδίτη ανοίγει σε μια σελίδα και μου διαβάζει…

Δολοφονία οργανωμένη.
Μια δειλή πράξη σου σε κάνει να πεθαίνεις μέσα στους άλλους.
Με μια συγγνώμη αργοπορημένη πεθαίνουν οι άλλοι μέσα σου.
Λίγη περισσότερη σιωπή μπορεί να σκοτώσει το ίδιο αλάνθαστα όπως και μια λέξη.
Μια κίνηση αδιαφορίας, ένα βλέμμα επίμονο, το κουδούνι που χτύπησε, το γράμμα που ήρθε, κάνουν τη δουλειά τους το ίδιο καλά όπως ένα μαχαίρι ή λίγο υδροκυάνιο.
Κάθε μέρα, όλες τις νύχτες, 24 ολάκερες ώρες ο φόβος σκοτώνει, η προσδοκία σκοτώνει, τ’ όνειρο σκοτώνει, η πράξη σκοτώνει.
Κι όταν πεθαίνεις, κανείς δεν ξέρει από πόσους καθημερινούς θανάτους σε προφυλάσσει αυτό το μικρό χωματένιο ύψωμα.

σχιζα

Και θα σου διαβάζω κάτι ακόμη, που μου έγραψε μια φίλη όταν ήρθε και είδε την παράσταση (ανοίγει το κινητό της, βρίσκει το sms και μου διαβάζει…): Η απώλεια δεν είναι πάντα ο θάνατος.

Εγώ έχω νιώσει πάρα πολλές φορές στη ζωή μου άδειο σακί. Και ακόμα χειρότερα ενόσω έχω την ευτυχία να έχω τα δυο μου κορίτσια, την οικογένειά μου κι όμως ένιωθα τόσο άδεια. Και τότε λες, τι εγωκεντρικό τέρας είσαι; Γιατί να νιώθεις έτσι;

(Δεν θέλω να τη διακόψω…)

Στη βάση όλοι οι άνθρωποι έχουμε την ανάγκη να είμαστε δημιουργικοί. Όχι απλώς χρήσιμοι, δημιουργικοί. Μαθαίνει να αγαπάει τον εαυτό της αυτή η γυναίκα.

Και θα αναφερθώ ξανά στο Λειβαδίτη, ο οποίος λέει:

Ποια μεγαλύτερη αμαρτία από το να μην αγαπάς τον εαυτό σου;

Άλλαξε ο τρόπος που σκέφτεστε τα πράγματα και ο τρόπος που αντιμετωπίζετε τους ανθρώπους μετά την ενασχόλησή σας με το συγκεκριμένο έργο;

Άνοιξε αν θέλεις η αγκαλιά μου. Ίσως να φοβάμαι λιγότερο. Η τάση μου γενικά είναι να μη φοβάμαι, δε θέλω να φοβάμαι, φοβάμαι το φόβο.

Όταν ξεκινήσατε το κείμενο μιλήσατε με ψυχολόγους, με… επιζήσαντες, όπως είπαμε προηγουμένως, τέτοιων καταστάσεων…;

Πολύ, ειδικά η Κατερίνα. Παίρναμε στο Αιγινήτειο, στη Μέριμνα… Αποσιωπούνται πολλά πράγματα. Φοβόμαστε την κατακραυγή του κόσμου.Το στίγμα.

Μα αυτό το στίγμα θα μπορούσε να είναι το στήριγμα…

Η κοινωνία όμως δεν το δέχεται έτσι. Πώς να την αντέξεις την κοινωνία; Ξαφνικά όλα τα μάτια γυρίζουν και κοιτούν εσένα. Που ήσουν εσύ; Πως επέτρεψες να συμβεί αυτό;

Το έργο περιέχει πολλές φράσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μότο ζωής. Εσείς ποια ξεχωρίζετε;

Ε, αυτή που ξεχωρίζουν όλοι:

Όταν δεν ζεις απλά, απλά δεν ζεις…

Από την απαρχή του αυτό το έργο είναι κάτι το ξεχωριστό. Από το κείμενο μέχρι τη σκηνοθεσία της Μαριάννας  Κάλμπαρη. Το τοποθέτησε στο καθαριστήριο. Καθαριστήριο- καθαρτήριο το λέω εγώ. Με ανάγκασε να κάνω βουτιά στα βαθιά. Να ξεφύγω από την πεπατημένη που γνώριζα ως τώρα. Μπαίνω και βλέπω εσάς που θα σας ξαναδώ στο τέλος και σας καλώ να μπείτε στο κεφάλι μου…

σχιζα 4Θα ήθελα να σας πάω μερικά χρόνια πίσω και να σας θυμίσω τα ακαδημαϊκά σας χρόνια ως φοιτήτρια του Μαθηματικού…

Δεν το πήρα το πτυχίο. Ο μπαμπάς μου στενοχωρήθηκε πολύ γι’αυτό.

Πως έγινε ο επαγγελματικός επαναπροσδιορισμός;

Από μικρή ήμουν από εκείνα τα παιδάκια που έλεγα τα ποιήματα στο σχολείο, συμμετείχα στα σκετσάκια και έκανα τις μαμάδες τα κλαίνε (γέλια)! Βέβαια, η πρώτη επιλογή ήταν καθοδηγούμενη από τη νοοτροπία της εποχής, η οποία νομίζω ότι εξακολουθεί να ισχύει. 25 χρόνια πριν αυτό που ήθελαν διακαώς οι γονείς ήταν να μπούνε τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο να γίνουν επιστήμονες. Και μάλιστα με μια θέση στην τράπεζα, στο δημόσιο. Οπότε πέρασε και σε μένα αυτό, να γίνω επιστήμονας, να περάσω στο πανεπιστήμιο για να μπορώ όντας φοιτήτρια να βγαίνω κιόλας. Άρθρωνα λίγο το «αν δεν περάσω στο πανεπιστήμιο να πάω στη δραματική σχολή;» και τότε μου έλεγε η μάνα μου «Μη το ακούσει ο πατέρας σου…»

Πότε τολμήσατε να παγιώσετε την επιλογή σας;

Στην ηλικία των 23, είχα ένα φίλο, ένα πολύ χαρισματικό πλάσμα, ο οποίος σπούδαζε στην ΑΣΟΕΕ και αδημονούσε να τελειώσει για να παραδοθεί στο πάθος του που ήταν η φωτογραφία. Συζητούσαμε ώρες ατελείωτες για τα όνειρά μας! …Εκείνος δεν πρόλαβε. Σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τότε ήταν που είπα: εγώ θα δώσω εξετάσεις για να μπω στη δραματική. Αυτή η απώλεια μου έμαθε ότι δεν πρέπει να αφήνεις αυτό που θέλεις. Δεν πρέπει να το αφήνουμε. Και αυτό το έργο έχει να κάνει με το θέλω μας. Έχουμε μεγαλώσει με τα πρέπει ενώ πρέπει να κοιτάζουμε τα θέλω.

Και τα καταφέρατε! Κάνατε το όνειρό σας πραγματικότητα! Η τηλεόραση πως προέκυψε 13 χρόνια μετά την πρώτη σας εμφάνιση στο θεατρικό σανίδι;

Ήμουν σε μια φάση που έλεγα «μπορεί να έρθει μια τηλεόραση παρακαλώ;» Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ο Βαγγέλης ο Χατζηνικολάου και που λέει: «Θα σε πάρουνε σε λίγο από το Studio Ata, πρόσεξε κακομοίρα μου πη πεις όχι.» Η Ράντου με είχε προτείνει η οποία με είχε δει στο «Σκλαβί». Εγώ τότε ως Βογιατζοθρεμένη υποτιμούσα λίγο την τηλεόραση, οπότε δεν συμμετείχα σε καταλόγους. Μετέπειτα έμαθα ότι η Καλογεροπούλου με συμπεριέλαβε τότε στον κατάλογο. Τελικά μου στείλανε το έργο, τις Σαββατογεννημένες, το διάβασα, ξετρελάθηκα, έκανα το δοκιμαστικό και ξεκινήσαμε… Μετά ήρθαν κι άλλες τηλεοπτικές δουλειές, αλλά τις επέλεξα πολύ προσεκτικά. Έτρεμα μη μπω σε μανιέρα και κάνω μονίμως τον ίδιο τύπο ρόλου.

σχιζα 3Για να κλείσουμε, τι να περιμένουμε από εσάς μετά το τέλος των παραστάσεων στο θέατρο Αυλαία;

Σκοπεύουμε να κάνουμε μια μικρή περιοδεία. Ενώ το Δεκέμβρη θα κάνω γυρίσματα για τη νέα ταινία του Γιάνναρη με τίτλο «Καλάζνικοφ». Συζητάω κάποια πράγματα. Σίγουρα με ενδιαφέρει να ξανασυνεργαστώ με τη Μαριάννα. Αυτά. Δεν θέλω να κάνω μακρόπνοα σχέδια. Έχω μάθει να μην είμαι τόσο βιαστική όσο ήμουνα.

Κλείνοντας θέλω να μοιραστώ μαζί σας την αφιέρωση που μου έγραψε η κ. Σχίζα στο πρόγραμμα της παράστασης, γιατί πιστεύω ότι τα ωραία πράγματα πρέπει να τα μοιραζόμαστε: «Τα θέλω σας και τα μάτια σας!»

Σας ευχαριστώ από καρδιάς!

zoe

 

 

 

Ζωή Καρασουλτάνη
zoi.roadstory@gmail.com

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.