Δυο Φεγγάρια…

Είχα καιρό να βγάλω έρπη στη μύτη. Nαι, όπως τ’ακούς, στη μύτη!
Ο προηγούμενος χωρισμός μου στοίχισε μόνο μπιμπίκια σε όλο το σώμα, αλοιφές, χάπια για τον κνησμό, την ψυχική μου ανισορροπία, την επανέναρξη του καπνίσματος – που το ΄χα 4 χρόνια κομμένο – την παραίτησή μου από τη δουλειά, το οικονομικό αδιέξοδο. Kι όμως δεν κατάφερε να με κάνει να βγάλω έρπη!!

Κι ήρθε πάλι η στιγμή που παρότι έχεις «φάει» τα μούτρα σου, γεννιέται πάλι η ζώσα ανάγκη να πιστέψεις, να ερωτευθείς. Τώρα πια μεγάλωσες, δεν είναι όπως τότε. Όχι καρδιοχτύπια, πιο σοβαρή, πιο μετρημένη, λιγότερο παιδί, μα πιο πολύ γυναίκα.
Δυο μπουκάλια κρασί, έρπης, απανωτά τσιγάρα, θυμός και στοιχήματα… Όλο το βράδυ… Το βράδυ που δε σε είχα πλέον. Σάματις σε είχα και ποτέ;Και γιατί να αναρωτιέμαι μόνο εγώ ρε γαμώτο;

Λέω στη φίλη:
-Κοίτα πόσο αφελείς είναι οι άνδρες! Ένα βλέμμα όλο υπόσχεση και σήμερα θα φύγω από εδώ με αριθμό κινητού.
-Αλήθεια το πιστεύεις;
-Kοίτα!
Όντως έπιασε! Συνονόματος σου. Ειρωνεία; Μπα, σύμπτωση.

Δεύτερο θύμα.. Βαριέμαι να ασχοληθώ. Ακούω μουσική, χάνομαι στους στίχους των τραγουδιών, ακούω τις φωνές τους περισσότερο σαν ηχορύπανση…
Θέλω να σταματήσουν, είναι όλα τόσο ανούσια, όσα λένε!
Δεν σε έχω, δεν έχω δουλειά να ξεχαστώ. Γυρίζω σε ένα σπίτι κρύο, που κανείς δε θα είναι εκεί να με πάρει αγκαλιά, μα θέλω μόνο τη δική σου.
Πως μιλάω έτσι; Πόσα βήματα έκανα μαζί σου; ‘Ισως πάλι όλα να γίνανε για καλό σκοπό. Σκατά.

Το πρώτο βράδυ χωρίς «σου» δε θα το ξεχάσω ποτέ.’Εξω στο κρύο να περιμένω πότε θα ακούσω τη μηχανή σου για να σε δω; Είσαι μόνος ή πρόλαβες να μ’αντικαταστήσεις; Και γιατί όχι;Πως το ‘κανες στην προηγούμενη ,εγώ γιατί να είμαι προνομιούχα; Κατά βάθος είμαι θλιμμένη. Τόσες κλήσεις και σε καμία απάντηση;
Θα κοιμηθώ. Δε μπορώ!
Μιλάω στο τηλέφωνο με μια φίλη .Με παρακαλάει “Πήγαινε να ξεκουραστείς κι αύριο μέρα είναι.Θα σε πάρει και θα λυθούν όλα.”
Σ’ άκουσα φίλη… Έπεσα στο κρεβάτι κ ο ύπνος με πήρε στις 5 το ξημέρωμα. Μετέωρη; ΜΟΝΗ!!!

Το πρωί τίποτα και το βράδυ τίποτα… Έγινα τύφλα, έφαγα αλμυρές μπουγάτσες,σουφλέ αλλαντικώ, μπουγάτσα με κρέμα – ένεκα Θεσσαλονίκη -γάλα κακάο και μετά από όλα αυτά εξακολουθούσα να σε σκέφτομαι.!
Πήρα ταξί να γυρίσω ασφαλής σπίτι … “Φούσκωσα”, λέω του οδηγού. “Λεμονάκι,στίψε λίγο λεμονάκι κι είσαι μια χαρά!”

Μακάρι να ήταν μόνο αυτό… Μπήκα στο σπίτι κομμάτια… Πετούσα τα ρούχα από τα νεύρα μου σκόρπια, έπεσα βαμμένη για ύπνο χωρίς να πλύνω δόντια… και σκεφτόμουν μες στο μεθύσι μου «Θέλω να βγάλω τα μαλλιά μου στο μπαλκόνι να αεριστούν, πφφ βρωμάω,ζέχνω.!
Πού είσαι; Κοιτούσα το φωτιστικό κι αναρωτιόμουν,γιατί η σκιά να μας ακολουθεί πάντα και να μη μπορούμε μια φορά να την ακολουθήσουμε εμείς; Σκεφτόμουν ότι γύριζε ο πρώην μου μετανιωμένος και εγώ έφευγα τρέχοντας κι ουρλιάζοντας από το σπίτι. Το θυμάμαι αυτό το αδιέξοδο συναίσθημα… Το ίδιο ακριβώς ένιωθα καθώς του μιλούσα και δε βγάζαμε άκρη. Μα τι λέω;
Έξι παρά, ξημερώματα, ξύπνησα, κοιτούσα το ταβάνι κ έφτιαχνα τη μορφή σου..

Αφού ήπια φυσικό χυμό λεμόνι -που για καλή μου τύχη είχα – έβαλα κάτω από τη γλώσσα ένα maalox (για το στομάχι), πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι -σφιχτή αγκαλιά… κι αποχαιρέτησα το δεύτερο φεγγάρι που στέρησε τον έναν μας από τον άλλον… και μαζί με αυτό κι εσένα… και μαζί με σένα εμάς και μαζί με εμάς κι εμένα.
Τώρα ξέρω! Σε ερωτεύτηκα…

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.