«Η ζωή της Αντέλ» – Ένας τελικός απολογισμός

Η ζωή της Αντέλ «Η Ζωή της Αντέλ (Κεφάλαια 1&2) Μπλε το πιο ζεστό χρώμα» όπως είναι ολόκληρος ο τίτλος της ταινίας, αποτελεί ένα πέρασμα, μια τελετή διόδου αν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω έτσι, τόσο ως προς την ενηλικίωση της πρωταγωνίστριας όσο και προς την ενδεχόμενη πνευματική της επανάσταση-αναγέννηση. Μια αμιγώς ερωτική μυθοπλασία που πραγματεύεται το σύγχρονο ταμπού του ομόφυλου, λεσβιακού εν προκειμένω, έρωτα, κατ’ επέκτασιν των ομοφυλόφιλων σχέσεων και γενικότερα της ελεύθερης επιλογής, δημιουργώντας παράλληλα πλήθος στοχαστικών αναζητήσεων.

Στο πρώτο μέρος της ταινίας βλέπουμε την κεντρική ηρωίδα, μια έφηβη σε ηλικία 15 χρονών η  οποία φαινομενικά ασπάζεται τον ετερόφυλο κώδικα συμπεριφοράς στην προσπάθεια της  να ανακαλύψει τον ευρύτερο κόσμο γύρω της καθώς επίσης και το δικό της σεξουαλικό προσανατολισμό. Είναι η πλήρης απεικόνιση ενός καθ’ όλα σύγχρονου εφηβικού μικρόκοσμου ο οποίο αντανακλά επιτυχώς και στο έπακρο όλες τις λεπτομέρειες τις εφηβικής ψυχοσύνθεσης, από την  επιρροή των συνομηλίκων πάνω στο άτομο, μέχρι την ανάδειξη έναν υποβόσκοντος βιολογικού ντετερμινισμού  και την τελική απόρριψη του. Ακολουθώντας τον προαναφερθέν ετερόφυλο κώδικα,  η Αντέλ δοκιμάζει να δημιουργήσει μια σχέση με έναν συμμαθητή της η οποία γρήγορα οδηγεί στη σεξουαλική πράξη είτε από καθαρή περιέργεια της Αντέλ, προηγηθείσης μιας σύντομης πλην ερωτικά ταραχώδους συνάντησης με την Έμμα στη μέση του δρόμου, είτε από υποταγή στις επιταγές των καιρών. Γρήγορα όμως αυτή η απόπειρα της πρωταγωνίστριας καταλήγει σε ένα φιάσκο και σε μία απόρριψη μιας βιολογικής, συνάμα κοινωνικής και ενδοσχολικής-εφηβικής, απολυτοκρατίας που επιτάσσει τις ετερόφυλες σχέσεις ως αποδεκτές σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης ύπαρξης. Βρίσκουμε έτσι την ηρωίδα να βιώνει το ίδιο κενό, να νιώθει αυτό το κάτι λιγότερο στην καρδιά της όπως η ηρωίδα του Πιερ ντε Μαριβό που εμφανίζεται συνέχεια ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο ή ίσως και λογοτεχνικό alter-ego της πρωταγωνίστριας.

Προκειμένου να καλύψει αυτό το κενό περιπλανάται με  τον κολλητό της σε γκέι μπαρ σε ένα εκ των οποίων συναντά την Έμμα και όλως «τυχαίως» κάνει τα πάντα για να την προσελκύσει. Εκείνο το βράδυ σηματοδοτεί οριστικά την πορεία της πρωταγωνίστριας προς τον ενδεχόμενο σεξουαλικό αυτό-προσδιορισμό της ή την πορεία της προς την κάλυψη του υπαρξιακού κενού της. Πιστή στη φιλοσοφία του Σαρτρ, η Αντέλ αφήνει τις ίδιες τις πράξεις της να ορίσουν τη ζωή της, χωρίς να επικαλείται ή να πιστεύει κάποια ανώτερη αρχή και ενδίδει στο τυφλό πάθος της  για την Έμμα.

Στο δεύτερο μέρος, ωστόσο,  ο ιδιάζων ρομαντισμός μετατρέπεται σε μια λεσβιακή σχέση-συνύπαρξη-γάμο. Η ταινία αποκτά διαστάσεις κοινωνικές, η Αντέλ εργάζεται ως παιδαγωγός και έχει καταλήξει «εγκλωβισμένη σπιτονοικοκυρά» για την Έμμα. Η συνύπαρξη των δύο ατόμων αποδεικνύεται δυσλειτουργική, αντανακλά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σχέση, είτε ομόφυλη είτε ετερόφυλη, η οποία χάνει το πάθος της και πέφτει θύμα της ρουτίνας, της καθημερινότητας, της κόπωσης αλλά και της ζήλιας. Όλα αυτά τα προβλήματα απομονώνουν τις ηρωίδες και οδηγούν την Αντέλ σε νέους ετερόφυλους πειραματισμούς, με έναν συνάδελφο της, οι οποίοι και οδηγούν στην ολοκληρωτική διάλυση της σχέσης με την Έμμα.

adele 1

Οι ερμηνείες των ηθοποιών πείθουν με αρκετά μεγάλη άνεση ως βιωματικές παρά ως προϊόν μυθοπλασίας αναδεικνύοντας τη κάθε στιγμή αυτή της λεσβιακής συνύπαρξης ως φυσιολογική επικοινωνώντας επιτυχώς το μήνυμα του σκηνοθέτη πως ακόμα και αυτές οι δύο γυναίκες στη ζωή τους και στο κρεβάτι τους συμπεριφέρονται όπως όλα τα ετερόφυλα ζευγάρια.  Η Adele Exarchopoulos κερδίζει τις εντυπώσεις ως 15χρονη μπερδεμένη έφηβη αποτυπώνοντας παραστατικά τα διλήμματα που αντιμετωπίζει η πρωταγωνίστρια καθώς περνάει από διάφορα στάδια ψυχολογικής, σωματικής και σεξουαλικής ωρίμανσης. Παίζει με το στόμα, το βλέμμα, την εκφραστικότητα, το κλάμα. Όπως δήλωσε και η ίδια σε συνέντευξη της « Δεν θέλαμε να κάνουμε μια στρατευμένη ταινία, αλλά μια ταινία που θέτει ερωτήματα. Αν το αποτέλεσμα καταφέρνει να επηρεάσει νοοτροπίες ακόμα καλύτερα.» Η  Léa Seydoux, από την άλλη, καταφέρνει να παρασύρει το θεατή με την φανταστική ερμηνεία της παθιασμένης, σνομπ, ερωτευμένης Έμμα ενώ το γενικό αποτέλεσμα της ταινίας δικαιώνει και το σκηνοθέτη Αμπντελατίφ Κεσίς ο οποίος κατάφερε να δημιουργήσει ένα θεσπέσιο κοινωνικό και ερωτικό δράμα πολυεπίπεδων στοχασμών.

Στη «Ζωή της Αντέλ» ο Κεσίς αποδίδει ευκρινέστατα όλες τις θεματικές της φιλμογραφίας του, το πρόβλημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης, τον αντιπαραβολή της ηδονής τη σύγχρονη ηθική, την προβληματική φύση των ανθρώπινων σχέσεων του. Με σημείο αναφοράς, το γυναικείο γυμνό σώμα και τις  καθηλωτικές ερωτικές σκηνές που, καθώς απαντώνται διάσπαρτες στην ταινίας, πιάνουν τον θεατή εξ’ απήνης ο σκηνοθέτης προτείνει τη δική του σεξουαλική επανάσταση. Η σεξουαλική επανάσταση που προτείνει επιτείνεται περαιτέρω από τις ερεθιστικές, προκλητικές, ερωτικές σκηνές που αποτυπώνουν περίτρανα τις αχαλίνωτες διαδρομές του ανθρώπινου πόθου. Τα φωτεινά πλάνα στη φύση, τα κοντινά πλάνα που αιχμαλωτίζουν κάθε κίνηση και νεύμα των προσώπων των πρωταγωνιστριών, και τα μικρά πλάνα από τα pride festivals υποβοηθούν το άρτιο αποτέλεσμα και συμπληρώνουν το πίνακα που δημιουργεί ο Γαλλοτυνήσιος σκηνοθέτης. Κύριο ρόλο έχουν και τα χρώματα στη ταινία με πρωτεργάτη το μπλε. Πέρα από τα μαλλιά και σαγηνευτικά μάτια της Έμμα, το μπλε αποτελεί σαφή αναφορά στη μπλε περίοδο του Πικάσο, ούσα και η Έμμα καλλιτέχνιδα, ενώ αποτελεί το στύλο στον οποίο στηρίζεται η σχέση των πρωταγωνιστριών. Είναι χρώμα μεταβαλλόμενης διάθεσης. Ξεκινά ως ζεστό, ως παθιασμένο, ως ένα διαφορετικό κόκκινο, ως το κόκκινο ομόφυλου έρωτα, ως το ανέμελο μπλε και στο δεύτερο μέρος της ταινίας χάνεται όπως χάνεται η ανεμελιά και η ηρεμία των δύο κεντρικών προσώπων καθώς γκρεμίζεται η σχέση τους από την αβάσταχτη καθημερινότητα. Μέσα από τα χρώματα και τα καθαρά πλάνα ο σκηνοθέτης φτιάχνει το μικρόκοσμο του και δίνει μια κοινωνική διάσταση στη μυθοπλασία με απώτερο σκοπό την απομυθοποίηση-απενοχοποίηση του ομόφυλου έρωτα ως προβληματικό και την ανάδειξη της προσωπικής επιλογής-βούλησης ως ακρογωνιαίο λίθο του βίου που διάγει ο κάθε άνθρωπος.

Σταύρος Ντούλης

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.