Νέα πρόσωπα… Πολύ παλιά ήθη

Του Άρη Πετρουλάκη

Η κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι ένα μέλος του κοινοβουλίου που προβάλλει τον εαυτό της ως μια νέα βουλευτή που δεν ενστερνίζεται τα παλιά έθιμα της πολιτικής ζωής. Πιθανώς να είναι μια πολύ σπουδαία δικηγόρος (αν και δεν έχουν όλοι οι πελάτες την ίδια γνώμη) που είναι πολύ πιο χρήσιμη ως τέτοια, μέχρι στιγμής όμως συκοφαντεί τα μέγιστα, καί το δικηγορικό επάγγελμα καί το βουλευτικό λειτούργημα. Ελπίζω πως για τα παρακάτω δεν θα εισπράξω μήνυση, καθώς η κ. Κωνσταντοπούλου έχει δηλώσει την επιθυμία της να λογοδοτεί στη δικαιοσύνη όποιος αρθρογράφος του ίντερνετ θεωρεί πως την συκοφαντεί, ακόμα και αν τα άρθρα του είναι στα πλαίσια της πολιτικής κριτικής. Εδώ φαίνεται και η απαξίωση που τρέφει για τον θεσμό που υπηρετεί δια του επαγγέλματός της, καθώς τον χρησιμοποιεί ως φόβητρο προς όσους συμπεριφέρονται με όρους δεοντολογίας και ελευθεροτυπίας. Επίσης φαίνεται και η σύγχυση που την ταλαιπωρεί ως προς την διαχωριστική γραμμή της δημοσιογραφικής κριτικής και του ποινικού αδικήματος.

Όπως όλοι έχουμε αντιληφθεί πρόκειται για ένα άτομο με μεγάλη ευφυΐα, με άριστη γνώση των Ελληνικών και με ακόμα μεγαλύτερη πολιτική οξυδέρκεια μιας και μεγάλωσε σε πολιτική οικογένεια ( εδώ πιθανώς και να ταυτίζεται με τον Γ.Παπανδρέου υπό την έννοια του ανταγωνισμού με τον πατέρα της). Είναι λοιπόν σε θέση να αντιληφθεί καλά τη τρέχουσα συγκυρία η οποία καθρεφτίζεται στο λόγο της πλειοψηφίας των πολιτών, και δεν είναι άλλη από την αδηφάγο διάθεση να δούνε τους παλιούς πολιτικούς να λοιδορούνται, να εξευτελίζονται, να τίθενται στο περιθώριο, να φτάνουν στα όρια των βιολογικών τους δυνατοτήτων.
Η σκοπιμότητα αυτή υπηρετείται ομολογουμένως άριστα με πολλούς τρόπους. Ο λόγος της παρουσιάζει μια άνευ παρομοίου παραδείγματος επιθετικότητα πάντα σε συνδυασμό με την εριστικότητα και τη βερμπαλιστική ακράτεια και το εισαγγελικό της ύφος. Και όλα αυτά σε πρωτοφανή ένταση. Οι εκφράσεις της δε, παρά την αναμφισβήτητη λεξιγνωσία της, σπανίως απηχούν την ένταση που αντιστοιχεί στο συμβάν που περιγράφει.
Συχνότατα δε, μέσω αυτής της έντασης συγχέει τα επιχειρήματά της με χρήση επιθέτων ή με εξειδικευμένους νομικούς όρους που είναι αδύνατον να τους αντιληφθεί το ευρύ κοινό. Αυτή η επικοινωνιακή τακτική όταν εξασκείται σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, απευθύνεται όχι σε  εξειδικευμένο κοινό αλλά στους πάντες. Δεδομένης της ευφυίας της συμπεραίνω πως είναι απίθανο να μην το αντιλαμβάνεται, δικαιούμαι συνεπώς να πω πως το κάνει σκόπιμα. Η νομική διάσταση των λόγων της δεν τελειώνει εδώ. Τους νομικούς όρους τους επικαλείται συχνά σε πολιτικές, -το τονίζω, πολιτικές- αντιπαραθέσεις. Εκμεταλλεύεται δε αυτό το επικοινωνιακό προσόν που διαθέτουν όλοι οι δικηγόροι, ως απειλή οποτεδήποτε θεωρεί πως την συμφέρει και με αυτό το τρόπο δημιουργεί τεχνητές εντάσεις με αστεία προσχήματα. Για παράδειγμα δήλωσε πως θα κάνει μήνυση σε κάποιο βουλευτή που συμμετέχει μαζί της στην Προανακριτική επιτροπή για τη λίστα Λαγκάρντ. επειδή αστειευόμενος είπε πως αν δε σταματήσει να μιλάει θα την δείρει. Φυσικά τέτοιες κουβέντες δε λέγονται ούτε για πλάκα, αλλά στο πλαίσιο που ειπώθηκε ήτανε απολύτως κατανοητό πως επρόκειτο για ένα ρητορικό σχήμα που στόχο είχε να αναδείξει την απερίγραπτη ρητορική της ακράτεια που συχνά οδηγεί σε προβοκατόρικες συκοφαντίες ενώ δε παραλείπει να καλλιεργεί με εργώδη τρόπο τη σκανδαλολογία. Όλα αυτά δεν τα θεώρησε ανεκτά ο συνάδελφός της και έκανε αυτή την -πραγματικά εσφαλμένη- δήλωση.
Το εντυπωσιακότερο όλων είναι πως σε οποιονδήποτε προσπαθεί να της δώσει έναν αντίλογο επιτίθεται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση και δίνει την εντύπωση πως δε σέβεται όχι απλώς τα όρια της αστικής ευγένειας, όχι απλώς τα όρια της προβοκάτσιας, αλλά ούτε καν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του αντιπάλου της. Συχνά δε, δικαιολογεί την τραμπούκικη συμπεριφορά της επικαλούμενη το συμφέρον του λαού. Αυτή είναι μια πρακτική που έχει τις ρίζες της στον Γιόζεφ Γκέμπελς και πάντως δε σχετίζεται επ’ ουδενί με την ανθρωπιστική ιστορία της αριστεράς.
Ο αντίλογος που η ίδια θέτει στους αντιπάλους της είναι πως έτσι επιχειρεί να αναδείξει την αλήθεια. Στην περίπτωση όμως της επιτροπής της λίστας Λαγκάρντ την απάντηση έδωσε ο πολύπειρος εισαγγελέας κ. Μαρκογιαννάκης ο οποίος τόνισε πως για να εξετάσεις ένα μάρτυρα χρειάζεται να του παρέχεις ηρεμία και χρόνο για να αναπτύξει τα επιχειρήματά του. Ωστόσο η κ. Κωνσταντοπούλου σύμφωνα με τον κ. Άδωνι Γεωργιάδη – επίσης μέλος της επιτροπής- δήλωσε πως βομβάρδισε τον εξεταζόμενο κ.Διώτη με αλλεπάλληλες ερωτήσεις επί 45 λεπτά συνεχώς. Συνεπώς είναι παραπάνω από προφανές πως δεν κόπτεται για την ανάδειξη της αλήθειας, όπως υποστηρίζει όπου σταθεί και όπου βρεθεί.
Υπάρχει εδώ και καιρό η φήμη πως στο ΣΥΡΙΖΑ την προορίζουν για Υπουργό Δικαιοσύνης. Δε διστάζω να σας πω πως τρέμω την ημέρα εκείνη διότι θεωρώ πως δεν θα διστάσει να στέλνει στη δικαιοσύνη οποιονδήποτε θεωρεί πως η παραπομπή του εξυπηρετεί τις πολιτικές της σκοπιμότητες. Εάν επαληθευθεί αυτή η πρόβλεψη τότε η Δικαιοσύνη, ένας από τους θεμέλιους λίθους της Δημοκρατίας θα έχει υποστεί ένα κολοσσιαίο πλήγμα.Ξέρω τον αντίλογο. Είναι αλήθεια πως δεκάδες πολιτικοί της Μεταπολίτευσης χειρίστηκαν θέματα Δικαιοσύνης με όρους πολιτικάντικης σκοπιμότητας. Η συγκεκριμένη βουλευτής ψηφίστηκε από ένα τεράστιο αριθμό ψηφοφόρων της Α’ Αθήνας ως ένα νέο πρόσωπο, ωστόσο ο τρόπος που πολιτεύεται είναι τελείως πανομοιότυπος με τους πολιτικούς της μεταπολίτευσης, καλλιεργεί όμως και ένα πολύ πιο ακραίο και τελικά πιο συντηρητικό πολιτικό κλίμα που υποδαυλίζει την οργή του κόσμου. Όλα αυτά δε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα μιας και, μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει βγει στην επιφάνεια κάποια σημαντική αποκάλυψη της κ. Κωνσταντοπούλου. 
Προτρέπω ανοιχτά – για πρώτη φορά από αυτό εδώ το βήμα- τους φίλους της στήλης που στηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ να αναλογιστούν εάν ψηφίζοντας, όχι τη συγκεκριμένη κυρία αλλά πολιτικούς αυτής της κατηγορίας, βοηθάνε στο παραμικρό την πολιτική τάξη της χώρας να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση και να μεταβούμε ομαλά στη νέα εποχή που έρχεται για την κοινωνία και για τη χώρα. Χρειάζεται επίσης να τονίσω πως, στη βουλή που σχηματίστηκε το 1965, τη βουλή που κατέλυσε η Χούντα των Συνταγματαρχών επικράτησαν τέτοιες πρακτικές από αυτής κοψιάς τους πολιτικούς. Τους πολιτικούς της επίθεσης αντί για επιχειρήματα, της βαβούρας αντί της αντιπαράθεσης, της προβοκάτσιας αντί της στοιχειοθετημένης πολιτικής κατηγορίας. Όταν κατάλαβαν πως είχαν επηρεάσει την κοινωνία τόσο αρνητικά, ώστε κάποιοι πολίτες της τότε μεσαίας τάξης να υποδεχθούν την Χούντα ως ένα αξιόλογο συνομιλητή, επειδή απαξίωνε τους παλιούς πολιτικούς, ήτανε ήδη αργά για να αντιπαλέψουν τη συμφορά που είχε έρθει.Χωρίς να ισχυρίζομαι πως σήμερα κινδυνεύουμε από κανενός είδους Χούντα, ας έχουμε όλοι το μυαλό μας πως η οριζόντια απαξίωση των πολιτικών, γεννά πολλαπλάσιες επιπτώσεις, από εκείνες που γεννούσαν οι καταστάσεις που τότε ισχυριζόντουσαν πως θα ανατρέψουν.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.