Παρουσίαση – Κριτική Θεάτρου: Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα

Ilektra«Οι νεκροί θα μας στοιχειώνουν για πάντα» Δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ και μας επηρεάζουν ες αει. Το παρελθόν και τα κρίματα που φέρει είναι ο πιο σκληρός και ανελέητος τιμωρός, είναι ο τραγικός επίλογος, που ταιριάζει στην Λαβίνια Μάνον, στην μοντέρνα Ηλέκτρα του Ευγένιου Ο’Νηλ, βγαλμένη από το έργο του μεγάλου αρχαίου τραγικού Αισχύλου, στα πλαίσια μιας προσεγμένης, αρτιότατα μελετημένης  μεταγραφής του αρχαίου μύθου της Ορέστειας,.

«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (Mourning Becomes Electra) είναι ένα έργο ορόσημο του πασίγνωστου Αμερικανού δραματουργού που εμπνευσμένος από τον αρχαίο μύθο της Ορέστειας δημιουργεί τη δική του σύγχρονη, αν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι, έκδοση που πραγματεύεται ακριβώς το ίδιο θέμα με σαφείς, ίσως ολοφάνερες, Φροϋδικές, επιρροές προσαρμοσμένη στην Αμερικανική κοινωνία του τότε εμφυλίου πολέμου.

Ο εμφύλιος πόλεμος στις ΗΠΑ έχει λήξει και ο Έζρα Μάνον επιστρέφει στην οικία των Μάνον, στο ναό του θανάτου και μαυσωλείο όπως το αποκαλεί ο ίδιο ο Ο’Νηλ στις σκηνοθετικές του οδηγίες, σαν ένας άλλος εν δυνάμει Αγαμέμνονας, λαχταρώντας την θαλπωρή του σπιτιού του, και διψώντας παράλληλα για την αγάπη και τον έρωτα της ψυχρής συζύγου του Κριστίν Μάνον, επίσης εμπνευσμένη από την Κλυταιμνήστρα του αρχαίου μύθου. Παρόλο που τυπικά, ικανοποιεί, έστω και με βία τα σαρκικά του ένστικτα, συνάμα συζυγικά του καθήκοντα, και προσπαθεί να εκφράσει στο ακέραιο τα συναισθήματα του για την γυναίκα του, δεν το καταφέρνει και πέφτει θύμα  του νοσηρού παρελθόντος των Μάνον. Αυτό το νοσηρό παρελθόν σε συνδυασμό με τις αλήθειες που αποκαλύπτει η καταπιεσμένη γυναίκα του,  οδηγούν στο τραγικό θάνατο του, από τα χέρια της γυναίκας του Κριστίν και του εραστή της, και εν αγνοία του ίδιου του Έζρα ξαδέρφου του, Άνταμ Μπράντ, ο Αίγισθος της υπόθεσης. Φυσικό επακόλουθο του ειδεχθούς εγκλήματος είναι η εκδίκηση των δύο τέκνων, της Λαβίνια, από την Ηλέκτρα γνωστή και ως Λαοδίκη, και του Όριν Μάνον, από τον αρχαίο Ορέστη, που σκοτώνουν εν ψυχρώ τον εραστή Άνταμ και οδηγούν τη μητέρα τους στην αυτοκτονία.

Δίχως να αλλοιώνει ή να διασκευάζει την υπόθεση του έργου, αλλά εμφανώς πειραματιζόμενος τόσο με τις σκηνοθετικές οδηγίες του ίδιου του δραματουργού, προφανώς με μια ιδιάζουσα ειρωνική διάθεση φαντάζομαι, ώστε να αγγίζει έναν απροσδόκητο μιναμαλισμό επί σκηνής, όσο και με το ρόλο των απλών ανθρώπων που απαρτίζουν μέρος του κοινωνικού συνόλου της εποχής, ως ένα είδος αρχαίου τραγικού χορού, ο Γιάννης Χουβαρδάς υπογράφει τη σκηνοθεσία της παράστασης που ανεβαίνει στην Εθνική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Μέσα στις τρεις ώρες που διαρκεί, η παράσταση καταφέρνει να αναδείξει όλα τα θέματα που πραγματεύεται το έργο, δίνοντας, κατά βάση, έμφαση στις υποβόσκουσες Φροϋδικές επιρροές. Η ψυχωτική αγάπη της Κριστίν για τον Όριν, η προβληματική της σχέση με την κόρη της Λαβίνια, διαποτίζουν ολόκληρη τη παράσταση, επιτείνουν και αναπαράγουν τον αέναο κύκλο του θανάτου, και της εκδίκησης.  Οι πράξεις και τα κρίματα που φέρουν ο Όριν και η Λαβίνια χρήζουν άμεσης τιμωρίας.  Ωστόσο, και παρά την τραγική πορεία που είναι ήδη προδιαγεγραμμένη για τους  δύο ήρωες, η Λαβίνια φαίνεται να υφίσταται ένα είδος αναγέννησης. Η παλιά Λαβίνια, προάγγελος της τιμωρίας και της θείας δίκης που πάντα επέρχεται, «πεθαίνει» και «αναγεννάται» ως μια νέα Λαβίνια, επιτομή της θηλυκότητας, της θηλυπρέπειας, της θεϊκής ομορφιάς και χάρης. Αυτή η αναγέννηση, ίσως τύφλωση του νου, η «άτις» αν θέλουμε να το συνδέσουμε και με το τρίπτυχο της αρχαίας τραγωδίας, η οποία λαμβάνει χώρα στα νησιά που ο Όριν λαχταρούσε να βρεθεί με τη μητέρα του Κριστίν για να ζήσουν μόνοι και ευτυχισμένοι,  επίσης βασικό μοτίβο στο έργο, είναι ο τελικός καταλύτης της ιστορίας και της επερχόμενη τιμωρίας. Τα νησιά αυτά διαβρώνουν τόσο έντονα τη ψυχή των ηρώων, όπως έκανε και το μαύρο παρελθόν της οικογένειας τους, ο  Όριν σιχαίνεται πλέον τα νησιά όπως έκανε με το σπίτι του ενώ η Λαβίνια τα αγαπάει, και αφήνουν στο στίγμα τους στην μετέπειτα τραγική τους πορεία.

Έτσι, το αρχικό οιδιπόδειο Κριστίν-Όριν, και το σύνδρομο της Ηλέκτρας αντικαθίσταται ευθαρσώς από μια σκηνή «αιμομιξίας» μεταξύ των δύο αδερφών, προσθήκη πιστεύω, καθότι στο κείμενο θυμάμαι απλώς να εννοείται, στο τέλος του έργου ως μια σφραγίδα, της μαύρης κατάρας που τους στοιχειώνει-ενώνει. Οι δύο τραγικοί ήρωες δεν θυμίζουν πλέον τον Όριν και τη Λαβίνια που συναντάμε στις πρώτες σκηνές, αλλά το νεκρό ανδρόγυνο Έζρα και Κριστίν, τα φαντάσματα που τους στοιχειώνουν. Αυτή η τραγική συνειδητοποίηση επισφραγίζει τη μοίρα των ηρώων που σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, όπως έχει γίνει και με όλους του προγόνους των Μάνον.

Επιβλητική είναι η ερμηνεία της Μαρίας Πρωτοπαππά στον ρόλο της Λαβίνια, καταφέρνοντας να αποτυπώσει επ’ ακριβώς τη σκληρότητα και τη παράνοια του ρόλου που ενσαρκώνει ενώ εξίσου καλός είναι και ο Χρήστος Λούλης στο ρόλο του Όριν που δεν νομίζω να μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το οιδιπόδειο μητέρας-γιου καθώς και τη ψύχωση του τελευταίου με τη γυναικεία οικογενειακή φιγούρα είτε πρόκειται για την αδερφή του, είτε για τη μητέρα του. Η Καρυοφιλλιά Καραμπέτη είναι αρκετά σαγηνευτική στον ρόλο της Κριστίν, αν και λίγο παραπάνω ψυχρή σε ορισμένα σημεία απ’ ότι ενδεχομένως υπαγόρευε ο ρόλος. Ο Γιώργος Γάλλος και Ακύλλας Καραζήσης στους ρόλους των Άνταμ Μπράντ και Έζρα Μάνον αντίστοιχα είναι επίσης καλοί αν και θα ήθελα ο τελευταίος να ήταν πότε λιγότερο και πότε περισσότερο παραστατικός, αλλά αυτό είναι και πάλι δική μου γνώμη και δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του ήταν λανθασμένη ή είχε προβλήματα.

 Οι μόνες ενστάσεις που ίσως έχω να προσάψω στο έργο είναι τεχνικής φύσεως. Η έλλειψη σκηνικών, η περιγραφή αυτών από το «χορό», όπως τον αποκαλώ, του έργου, και οι βιντεοπροβολές, αν και όντως ευρηματικές, κυρίως όμως το πρώτο, στέρησαν από τη δυναμική του έργου παρόλο που ουσιαστικά «υποχρέωναν» τον θεατή να απεικονίσει τις περιγραφές που άκουγε στη δική του φαντασία. Παρόμοιο αποτέλεσμα πιστεύω πως είχαν και οι παρεμβάσεις του «χορού», παρόλο που κάλυπτα το «νεκρό» σκηνικό.  Σε κάποια σημεία ήταν αρκετά άκαιρες και ίσως αρκετά εκμοντερνισμένες, οι παρεμβάσεις, σε σημείο που ακροβατούσαν μεταξύ χιούμορ, όπως και όφειλαν, και ενόχλησης-εκνευρισμού. ίσως βέβαια αν δεν συμμετείχαν τόσο έντονα με την περιγραφή των σκηνικών η παρουσία τους να μην γινόταν τόσο διαπεραστική.  Αν και όντως σπουδαία ευρήματα και από θεατρικής απόψεως αναδείκνυαν το πένθιμο χαρακτήρα του έργου, τη τραγικότητα των ηρώων και τη κενή ζωή των Μάνον, θεωρώ ότι είναι τα μοναδικά αρνητικά του έργου, από σκηνοθετική άποψη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατακρίνω τη σκηνοθετική οπτική και τη κριτική ανάγνωση του έργου από την ομάδα που το ανέβασε.

 Σταύρος Ντούλης

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.