Παρουσίαση – Κριτική Ταινίας: Nymphomaniac, Volume 2

nymphomaniac_part_2

Από 20 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους

Ο Φον Τριερ επιστρέφει δριμύτερος με το δεύτερο μέρος της ταινίας του, εφάμιλλης της συνήθους διαστροφής του σκηνοθέτη. Μια ταινία για την άκρατη γυναικεία σεξουαλικότητα, που φτάνει στο σημείο του αυτό-διαγνωσμένου εθισμού, νυμφομανία, για τη γυναίκα ως θύμα ή και θύτη μέσα από ένα διαστρεβλωμένο, ιδιαζόντως και παραδόξως φεμινιστικό, πρίσμα.

Το δεύτερο μέρος της ταινίας εξελίσσεται χωρίς ιδιαίτερα πισωγυρίσματα. Βλέπουμε την ηρωίδα στο μέσο της ζωής της, όταν ο εθισμός της μετατρέπεται σε εφιάλτη. Η Το επιζητά  την γαλήνη και ηρεμία μένοντας για ένα ορισμένο διάστημα πιστή στον πρώτο της έρωτα, Ζερόμ (Σία Λαμπεφ), και πατέρα του παιδιού της. Ωστόσο, οι αχαλίνωτες σεξουαλικές της ορέξεις εκδηλώνονται και θα δούμε νέους σεξουαλικούς πειραματισμούς, ίσως αρρωστημένης λαγνείας απ’ τη μεριά της Τζός καθώς προσπαθεί να ανακτήσει τον οργασμό που φαίνεται να έχασε στη πάροδο της σχέσης της με το Ζερόμ.  Καθώς η πρωταγωνίστρια αφηγείται, και συνάμα αναβιώνει και βυθίζεται, ολοένα και περισσότερο στην άβυσσο του παθολογικού εθισμού της,  της συνειδητής επιδίωξης της απόλαυσης με οποιοδήποτε τρόπο και ανεξαρτήτων των συνεπειών στο περιβάλλον της, συμμετέχει σε ένα αποτυχημένο τρίο με έγχρωμους ενώ αργότερα στη ταινία μπλέκει και με τον Κ. (Τζέιμι Μπελ), έναν φετιχιστή νεαρό που την δένει και τη μαστιγώνει βίαια, ωστόσο με τέτοιο τρόπο που της προκαλεί ηδονή.

Ο Τρίερ έξυπνα ξεδιπλώνει τη δική του θεωρία και ενδεχομένως τη δική του πολεμική ενάντια στους διώκτες του. Πέρα από την ιστορία της Τζο, τους αριθμούς Φιμπονάτσι, τα Μαθηματικά, τις εικόνες απ’τη φύση και τους λοιπούς συνδυασμούς, ο Δανός σκηνοθέτη ασχολείται και με τη θρησκεία, την τέχνη, τη μουσική. Μετά το αρχικό βίαιο ροκ κομμάτι των Ράμσταιν στο πρώτο μέρος, στο δεύτερο μέρος βλέπουμε αρκετές αναφορές στον Μπαχ και στις συνθέσεις του. Αυτό που αναμφίβολα τραβάει την προσοχή είναι η διαστρέβλωση της θρησκείας, συγκριτικά με τις ιστορίες της Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας που παρεμβάλλονται, καθώς η πρωταγωνίστρια αφηγείται τη δική της Μεταμόρφωση, πρώτος οργασμός ή επιληπτική κρίση, σε μια προσπάθεια σφετερισμού και καταπάτησης της Θείας Μεταμόρφωσης στο όρος Θαβώρ. Χωρίς να αναλώνεται μονάχα εκεί, ο Τρίερ αναπαριστά επίσης και μια εξίσου διαστρεβλωμένη εικόνα των Θείων Παθών , μέσω σαδομαζοχιστικών μαστιγωμάτων από τον Κ. (Τζέιμι Μπέλ) ενδεικτικών σαρκικής ηδονής για την πρωταγωνίστρια. Ούτε ο Σέλιγκμαν (Στέλαν Σκάρσγκαρντ) ωστόσο μένει αμέτοχος. Ενώ αρχικά προσπαθεί να κατευνάσει την βασανισμένη ψυχή σαν ένας  μοναχός-εξομολογητή, στο τέλος προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις και την φιλοξενούμενη του για να ικανοποιήσει τη δική του περιέργεια μιας και όπως βλέπουμε και στη ταινία, και η δική του (α)σεξουαλική ιστορία είναι εξίσου ενδιαφέρουσα καθώς αναδύεται μέσα απ’την αφήγηση της Τζο.

Παρά τις όποιες προσπάθειες του σκηνοθέτη, η ταινία δεν είναι τόσο καλή. Τα μηνύματα της ταινίας είναι άκρως κοινότυπα, εύκολο να γίνουν αντιληπτά από το θεατή, και απλά αποσκοπούν στη δημιουργία εντυπώσεων και συζητήσεων ενώ αρκετές σκηνές σοκάρουν εσκεμμένα το κοινό, όχι λόγω του πορνογραφικού χαρακτήρα τους αλλά εξαιτίας της οπτικής γωνίας και του τρόπου που προβάλλονται ό οποίος θεωρώ πως απλά αποσκοπεί στην αηδία και αποστροφή του θεατή. Το  αποτέλεσμα και το περιεχόμενο δεν παύει να είναι αμιγώς σεξουαλικό και σχεδόν, αν όχι εξ ολοκλήρου, πορνογραφικό παρόλο που, ομολογουμένως, δεν δίνεται εκεί το μεγαλύτερο βάρος.

Η αδυναμία ύπαρξης ενός δυνατού σεναρίου αναγκάζουν τον Τριερ να βασίσει την ταινία σε όποιου είδους τέχνασμα μπορεί καθώς επίσης και σε «τυχαίες» υπερβολές για να δέσει το προϊόν του.  Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο ο Τριερ αξιοποιεί το πορνογραφικό περιεχόμενο της ταινίας, εξυπηρετεί καθαρά την προώθηση και το μάρκετινγκ παρά την υπόθεση ό,τι είναι αυτό που βρίσκεται πίσω απ’ την ταινία αυτή. Από την οργασμική αφίσα της ταινίας, τα σκανδαλώδη και λογοκριμένα τρέιλερ, τις φαινομενικά αβίαστες εικόνες γυμνού σώματος και γυμνών ανδρικών μορίων στο πρώτο μέρος, το αξέχαστο μάντρα της πρώτη ταινίας “Mea Vulva, mea maxima vulva” μέχρι και την περίφημη σκηνή, στο δεύτερο μέρος, της πρωταγωνίστριας με δύο έγχρωμους παρτενέρ ή τις λεσβιακές της περιπτύξεις με μια 15χρονη υπό την προστασία της, όλα είναι, αφ’ ενός, ένα άρτια στημένο μαρκετινγκ του ίδιου του Τριερ για το παραγόμενο προϊόν του και αφετέρου μια προσπάθεια του να βιάσει αντιδράσεις των θεατών. Ειδικά η σκηνή με τους έγχρωμους παρτενέρ, ανούσια και εις μάτην, είναι τόσο σύντομη σε διάρκεια που και να μην υπήρχε δεν θα έκανε κάποια ιδιαίτερη αίσθηση ή διαφορά.  Ακόμα και τα λίγα χιουμοριστικά ενσταντανέ στη ταινία, που και από τον καναπέ του σπιτιού σας μπορείτε να απολαύσετε με την ίδια άνεση,  δεν χρυσώνουν και πολύ το χάπι.

Είδος: Δραματική
Πρωτότυπος τίτλος: Nymphomaniac Vol. 2
Σκηνοθεσία: Λαρς Φον Τριερ
Ηθοποιοί:  Σαρλοτ Γκένσμπουργκ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Σία Λαμπεφ, Γουίλιαμ Νταφόε, Τζέιμι Μπελ, Κρίστιαν Σλέιτερ
Διάρκεια: 124΄
Διανομή: Odeon

Σταύρος Ντούλης

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.