[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ] Γιάννης Κυρατσός: Το ένστικτο καθοδηγεί τη μουσική μου δημιουργικότητα…

Ο Γιάννης Κυρατσός είναι ένας δυναμικός και ελπιδοφόρος καλλιτέχνης από τη Θεσσαλονίκη, που εκφράζεται μέσω της έντονης δημιουργικότητας και του ενστίκτου του. Τον συναντήσαμε και μας άνοιξε την καρδιά του μιλώντας για τα μελλοντικά του σχέδια και τις σκέψεις του πάνω στη μουσική. Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, άρχισε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα το 2008, ενώ τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τίτλο “Ο κόσμος είναι μικρός” (Polytropon) σε δικούς του στίχους και μουσική.  Παράλληλα, έχει πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές και καλοκαιρινά φεστιβάλ, ενώ πέρυσι το Μάιο κυκλοφόρησε η δεύτερη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο » Κλείνω τα μάτια να δω» (Polytropon).

Πώς ξεκίνησε η δική σου ενασχόληση με τη μουσική και ποια ήταν τα πρώτα σου μουσικά ερεθίσματα? Τι μουσική άκουγες ως έφηβος;

Οι σπουδές μου δεν περιστρέφονται γύρω από τη μουσική και επίσης δεν έτυχε να έχω απ’ τους γονείς μου κάποιο σπρώξιμο προς αυτή την κατεύθυνση. Επειδή σπούδασα γυμναστής, από μικρός ασχολούμουν με τον αθλητισμό. Η μουσική εμφανίστηκε στη ζωή μου κατά την εφηβεία μου, όταν παρακολουθώντας ένα σχολικό μουσικό συγκρότημα άρχισα να ασχολούμαι με την κιθάρα. Παράλληλα, άκουγα ελληνικο ροκ,  όπως Ξύλινα Σπαθιά και Τρύπες, καθώς και ξένη μουσική. Βέβαια, σ’ ένα μικρό βαθμό η επαγγελματική μου ενασχόληση προέκυψε μετά τα φοιτητικά μου χρόνια, όταν από την αγάπη μου για τη μουσική ξεκίνησα να παίζω με  συγκροτήματα σε διάφορους μουσικούς χώρους στη Θεσσαλονίκη. Το 2008, μετά τη συμμετοχή μου στον τελικό του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, δημιούργησα το συγκρότημα μου και ξεκίνησα συναυλίες ανά την Ελλάδα, ενώ ηχογράφησα τον πρώτο προσωπικό μου δίσκο.   


Ξεκίνησες από το φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης. Αυτό σε βοήθησε ή όχι στη μέχρι τώρα επαγγελματική σου πορεία;

Σίγουρα, η συμμετοχή μου στο Φεστιβάλ με βοήθησε αρκετά, αλλά όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα γιατί ήταν κάτι στιγμιαίο. Χαρακτηριστικό, βέβαια είναι πως μόνο εκείνη τη χρονιά έκανα περίπου σαράντα συναυλίες και γενικά έγινε πιο γνωστή η δουλειά μου. Δεν παύει, όμως, να είναι υπέροχη εμπειρία να τραγουδάς μπροστά σε 6.000 κόσμο!


Έχοντας την εμπειρία από το Φεστιβάλ Τραγουδιού, πιστεύεις ότι λείπει απ’ τα μουσικά δρώμενα της πόλης κάτι παρόμοιο;

Η άποψη μου είναι πως η μουσική  δεν πρέπει να γίνεται γνωστή μόνο μέσα από διαγωνισμούς, αν και ένας ανάλογος θεσμός λείπει από το μουσικό κόσμο της πόλης. Προσωπικά, πάντα έψαχνα να βρω τη μουσική εκεί που δεν μπορούν οι άλλοι. Μου άρεσε να ανακαλύπτω τα άγνωστα, τα μυστήρια, τα περίεργα και χαιρόμουν πάντα όταν ανακάλυπτα ένα καλλιτέχνη που δεν ήταν γνωστός στο ευρύ κοινό. Πιστεύοντας πως το προβαλλόμενο lifestyle δεν προωθεί πάντα τους καλούς καλλιτέχνες και την καλή μουσική οδηγήθηκα στην αντίληψη πως η καλή μουσική και το καλό promotion δεν πηγαίνουν πάντα μαζί, αν και ορισμένες φορές μπορεί να συμπίπτουν.


Η δισκογραφία στην Ελλάδα τείνει να εκλείψει λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της μουσικής βιομηχανίας στο διαδίκτυο. Ποια η γνώμη σου ως καλλιτέχνης γι’ αυτή την προοπτική καθώς και για τη δυνατότητα προβολής της δουλειάς σου μέσα από το διαδίκτυο;

Το διαδίκτυο σίγουρα διευκολύνει την προβολή της δουλειάς των καλλιτεχνών κι αυτό γίνεται κατανοητό αφού ο κόσμος προτιμά το διαδίκτυο περισσότερο από το ραδιόφωνο για να έρχεται σε επαφή με τη μουσική. Βέβαια, αν κάποιος καλλιτέχνης θεωρεί πως είναι σωστό να διαθέσει τη μουσική του δωρεάν σε αντίστοιχες σελίδες, τότε καλώς πράττει. Η πρακτική αυτή όμως ελλοχεύει κινδύνους, καθώς το διαδίκτυο είναι τόσο χαώδες που δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις την καλή μουσική και να ανακαλύψεις την απήχηση ενός μουσικού ρεύματος. Από την άλλη, όμως, πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας όλες τις παραμέτρους που οδήγησαν τη μουσική σε αυτή τη φάση. Καλώς ή κακώς τίποτα δεν είναι δωρεάν και οι άνθρωποι που παράγουν τη μουσική ξοδεύουν χρόνο, πνευματική εργασία και χρήμα για να κάνουν μουσική. Είναι λοιπόν ωφέλιμο τόσο για τη μουσική την ίδια, όσο και για τον καλλιτέχνη, το κοινό να στηρίζει αυτή την προσπάθεια με το ελάχιστο αντίτιμο.

Τα τραγούδια σου τα χαρακτηρίζει ο μουσικός πλουραλισμός (χρήση πολλών μουσικών οργάνων, διαφορετικό ύφος, pop-rock στοιχεία). Πώς το επιτυγχάνεις αυτό και ποίο είναι το στίγμα που θέλεις να δώσεις ως τραγουδιστής και τραγουδοποιός;

Βασικός παράγοντας γι’ αυτόν τον πλουραλισμό υπήρξε το γεγονός ότι στο δεύτερο προσωπικό μου δίσκο την παραγωγή την ανέλαβε κάποιος άλλος, στην προκειμένη περίπτωση ο Dani Joss, ένας ενορχηστρωτής, συνθέτης και μουσικός παραγωγός με βραβεία στο εξωτερικό, ίσως ο καλύτερος παραγωγός αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Αυτός έδωσε την κατεύθυνση στην ηχογράφηση των τραγουδιών, αφού συχνά επέλεξε μόνος του τα μουσικά όργανα που θα χρησιμοποιήσουμε. Νομίζω, πάντως ότι ο πλουραλισμός αυτός οφείλεται και  στην προσωπική μου αγάπη για πολλά είδη μουσικής. Όσον αφορά το στίγμα που επιδιώκω να δώσω, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να υπάρχει  πρωτοτυπία στη μουσική μου και όταν την ακούει κάποιος, να θεωρεί πως μπορεί να του δώσει κάτι. Προσπαθώ να μην πατάω πάνω σε συνταγές για να γράφω τα κομμάτια μου. Υπάρχουν σαφώς και κάποια mainstream στοιχεία μέσα στο δίσκο, αλλά κανένα κομμάτι δεν κινείται στο ίδιο στυλ με τα υπόλοιπα. Αν ακούσει κανείς και τα εννιά τραγούδια του δίσκου θα ακούσει διαφορετικά τραγούδια. Η επιλογή ωστόσο του pop-rock στοιχείου αποτελεί μια έκφανση των μουσικών μου ακουσμάτων και μάλιστα συμβαίνει οι επιλογές μου αυτές συχνά να ταυτίζονται με τον παραγωγό μου. Παρόλο που τα τραγούδια έχουν  ελληνικό στίχο, πιστεύω πως έχουμε καταφέρει να δώσουμε μια χροιά ξένης μουσικής, αφού μας αρέσουν πολύ το βρετανικό και αμερικάνικο  alternative.


Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σου;

Όντας κατά βάση νοσταλγικός και ρομαντικός τύπος, τα περισσότερα κομμάτια μου σχετίζονται με την παιδικότητα και την εφηβική μου ηλικία. Ως προς αυτή την έκφανση της μουσικής αρκετά κομμάτια είναι ερωτικά κι εσωστρεφή καθώς αποτελούν τμήματα της ονειροπολικής φύσης της μουσικής. Εμπνέομαι από τη φιλία και τον έρωτα.  Βέβαια επειδή όπως όλοι οι άνθρωποι θέλουν να έχουν κάτι μέσα τους για να εξωτερικεύσουν όταν γράφουν και τραγουδούν, έτσι κι εγώ όταν προβληματίζομαι και ανησυχώ για διάφορες καταστάσεις δημιουργώ μουσική. Κατ’ επέκταση θα έλεγα πως όταν είμαι καλά ψυχολογικά, δεν γράφω τόσο συχνά τραγούδια! Τραγούδια γράφω όταν έχω κάποιο εσωτερικό προβληματισμό, κάτι δηλαδή που να με οδηγεί να θέλω να εξωτερικεύσω τα συναισθήματά μου και να τα αποτυπώσω στη μουσική.

Ποιο το μότο σου σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης;

Η ζωή είναι μικρή και πρέπει να εκμεταλλευόμαστε κάθε στιγμή. Όταν πρόκειται για την τέχνη η υπέρτατη αξία για μένα είναι η δημιουργία, γιατί αυτή είναι η κινητήριος δύναμη τόσο της ζωής όσο και της τέχνης. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς μουσική, να διεκπεραιώνω απλά μια εργασία και να ζω μια συνεχή ρουτίνα. Όσο περνάνε τα χρόνια θέλω να αφήνω κάτι πίσω μου μέσω της μουσικής. Επιδίωξη μου είναι να συνεχίσω να παίζω, που ακόμα κι αυτό στις μέρες μας είναι δύσκολο. Για ένα καλλιτέχνη που βρίσκεται εκτός lifestyle μπορεί να μην υπάρχει εμπορικό μέλλον αν δεν αλλοιωθεί και δεν κάνει εκπτώσεις στη μουσική του, αλλά δεν έχω σκοπό να μπω σε αυτή τη λογική.


Πως πιστεύεις ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να έχει πρόσβαση στο κοινό της πρωτεύουσας;

Οι καλλιτέχνες σε μια τόσο χαώδη πόλη είναι πολλοί και είναι δύσκολο να σταθεί κάποιος σε μια συναυλία ή μουσική σκηνή. Έχει τύχει όμως αρκετοί τραγουδιστές να έχουν γίνει κατά καιρούς γνωστοί στη Θεσσαλονίκη και μετά να ξεκινήσουν την πορεία τους στην Αθήνα. Από μέρους μου πάντως γίνονται διαρκώς προσπάθειες για ευρύτερη κοινοποίηση της μουσικής μου, αλλά δεν θα πήγαινα να ζήσω μόνιμα στην πρωτεύουσα για να κάνω καριέρα στη μουσική καθώς δεν είναι αυτός ο πρωταρχικός στόχος. Αυτός είναι να ζω σε ένα χώρο που μου αρέσει και να περνάω καλά και αν η μουσική μου κατορθώσει και γίνει ευρέως γνωστή στο Αθηναϊκό κοινό, τότε όλα καλά.


Μίλησε μου λίγο για την ομολογουμένως ενδιαφέρουσα νέα δισκογραφική σου δουλειά.

Ο δίσκος «Κλείνω τα μάτια να δω» αποτελεί τη δεύτερη προσωπική μου δισκογραφική δουλεία και κυκλοφόρησε απ΄ την εταιρεία Polytropon τον περασμένο Μάιο. Περιέχει εννιά κομμάτια καθώς και ένα κρυμμένο, που δε φαίνεται πουθενά και την παραγωγή την έχει αναλάβει ο Dani Joss,  ένας παραγωγός με σπουδές και διακρίσεις στο εξωτερικό, όπως είπα και νωρίτερα. Όλα τα τραγούδια έχουν γραφτεί από εμένα, με ενορχηστρωτική βοήθεια τόσο από τον παραγωγό, όσο και από τους υπόλοιπους συντελεστές καθώς έχουν προσφέρει το δικό τους στίγμα και την προσωπική τους έμπνευση. Έτσι, θεωρώ πως είναι μια πολύπλευρη δουλειά, αφού συνδυάζει ξεχωριστά μουσικά ακούσματα και μελωδίες. Παράλληλα, στο δίσκο υπάρχει και ένα ντουέτο με το φίλο μου Μιχάλη Εμιρλή. Ο δίσκος ολοκληρώνεται με την πρόσφατη οπτικοποιήση στο τραγούδι «Χάνομαι». Το video clip αυτό αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη οπτικοακουστική μου δουλειά, αφού  μοιάζει με μια ταινία μικρού μήκους, σκηνοθετημένη από τον Κυριάκο Νοχουτίδη, σε φωτογραφία της Ειρήνης Καραγιάννη και πρωταγωνιστές τον Τόμυ Σκλάβο και την Λιάνα Παναγιωτίδου.

 

«Τι νοσταλγείς» και πώς «άλλαξαν τα παραμύθια», όπως αναφέρεις στο ομώνυμο τραγούδι σου;

Κάθε άνθρωπος όταν μεγαλώνει αποκτά την αίσθηση πως όταν ήταν μικρός τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Βέβαια, αυτό είναι λίγο μύθος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κοντινές γενιές. Προσωπικά δεν θεωρώ ότι οι τωρινοί έφηβοι έχουν πολύ διαφορετικά ερεθίσματα απ’ ό,τι εγώ, εξαιρώντας φυσικά την πρόοδο της τεχνολογίας, η οποία για μένα έχει δευτερεύουσα σημασία. Παρόλα αυτά  οι προσλαμβάνουσες των νέων δεν έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που να πιστεύουμε στην διαφορετική προσέγγιση των καταστάσεων.  Αυτό όμως δεν αποτυπώνεται στο τραγούδι , το οποίο αν και ακολουθεί την πεπατημένη όσον αφορά την αίσθηση πως τα παραμύθια άλλαξαν, στην ουσία προβάλλει τη νοσταλγία της παιδικότητας και της αθωότητας. Αυτή η πλευρά της προσωπικότητάς μου βγαίνει, καθώς είμαι εκ φύσεως ρομαντικός άνθρωπος και στην ουσία μου αρέσει να κρατάω τις αναμνήσεις και να δένομαι μαζί τους. Άλλωστε αυτές είναι που μου δίνουν τη δύναμη να δημιουργήσω.  


Παράλληλα με την τραγουδιστική σου ιδιότητα γράφεις σε ιστοσελίδα άρθρα σχετικά με τη μουσική και εργάζεσαι προωθώντας την. Αισθάνεσαι ότι έτσι υπηρετείς τη μουσική σε όλες τις εκφάνσεις της;

Πράγματι, η διαπίστωση αυτή ισχύει, καθώς παρόλο που δεν έχω σπουδάσει μουσική, η ζωή μου περιστρέφεται γύρω της. Μεγαλώνοντας, όνειρο μου αποτελούσε το να κάνω μουσική και αισθάνομαι πολύ χαρούμενος που κατάφερα να το πραγματοποιήσω. Μου αρέσει να παίζω μουσική, να κάνω δίσκους και να εργάζομαι στο καθαρά μουσικό τμήμα μιας επιχείρησης (στο βιβλιοπωλείο Ιανός), προωθώντας έτσι τη μουσική από όλες της της πλευρές.  Βέβαια αν δεν ήμουν τραγουδιστής θα ήθελα πάλι να επαγγελλόμουν κάτι σχετικό με την τέχνη, ίσως ηθοποιός, καθώς πιστεύω ότι εκεί θα με οδηγούσαν οι ανησυχίες, τα γονίδια και το ένστικτό μου.


Έχεις κάνει σημαντικές συνεργασίες. Αισθάνεσαι ότι αυτό αποτελεί μία δικαίωση του κόπου και της αγάπης σου για τη μουσική; Ακολουθούν κι άλλες;

Συχνά υπάρχει η αντίληψη πως το πιο σημαντικό για ό,τι κάνεις στη ζωή σου είναι να σε παραδεχτεί το σινάφι σου, δηλαδή οι άνθρωποι που κάνουν το ίδιο επάγγελμα με σένα και είναι πιο έμπειροι ή παλαιότεροι στο χώρο. Προσωπικά, έχω λάβει πολύ θετικά σχόλια από τους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί και σίγουρα αυτό αποτελεί μια δικαίωση για τη μουσική μου ταυτότητα και τις αντίστοιχες επιλογές μου. Είναι όμως μια διαδικασία που διήρκεσε αρκετό καιρό και ήρθε με πολύ δουλειά και αφοσίωση στη μουσική.

Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Βασικότερο απ’ τα σχέδια μου είναι να συνεχίσω να παίζω μουσική με τους ανθρώπους που με περιβάλλουν. Ακόμη, θα επιθυμούσα να διευρύνω τους ορίζοντες μου σε άλλες μουσικές δραστηριότητες, αλλά  και να κάνω μια ακόμη δισκογραφική δουλειά. Όχι βέβαια ένα ολοκληρωμένο δίσκο, αλλά ένα album με λίγα τραγούδια στα οποία να εστιάσω αρκετά, δίνοντας το χρόνο που θεωρώ ότι χρειάζονται για να γίνουν όπως τα θέλω. Όσον άφορα στα μελλοντικά μου σχέδια, βρίσκομαι σε συζητήσεις για συνεργασία με τη φίλη μου και καλή τραγουδίστρια Ραχήλ Τσελεπίδου, την επί χρόνια τραγουδίστρια των Émigré, που τώρα ετοιμάζει δική της δισκογραφική δουλειά.  Παράλληλα, στις 14 Μαρτίου θα είμαι καλεσμένος στην πρώτη συναυλία του Δημήτρη Ζερβουδάκη στη «Μαύρη Τρύπα» (Λαδάδικα- Θεσσαλονίκη). Στις 21 Απριλίου θα βρίσκομαι στη «Μαύρη Τρύπα» με κανονικό σχήμα και ενδεχομένως μέσα στο Μάιο θα κάνω μια συναυλία στην Αθήνα. Επίσης στις 29, 30 και 31 Μαρτίου θα είμαι με μια παράλληλη μου δραστηριότητα, τη συμμετοχή μου στο musical “Alexander rock opera” στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Αυτή η δουλειά είναι μια ανεξάρτητη παραγωγή ενός Θεσσαλονικιού συνθέτη και σκηνοθέτη, του Κώστα Αθερίδη και αποτελεί μια rock όπερα στα πρότυπα των αντίστοιχων βρετανικών ή αμερικάνικων. Είναι μια ενδιαφέρουσα δουλειά με 60 καλλιτέχνες επί σκηνής καθώς και κάτι πρωτόγνωρο για μένα αφού περιλαμβάνει στοιχεία ηθοποιίας πέρα από το τραγούδι. 

Αλέξανδρος Πήχας

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.