Τι συμβαίνει στο 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης;

Το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ έχει κάνει την εμφάνισή του στη Θεσσαλονίκη και ολόκληρη η πόλη κινείται στους ρυθμούς του. Πολιτικές, μουσικές, χορευτικές και βιογραφικές παραγωγές συνθέτουν το πρόσωπο της φετινής διοργάνωσης.

banner documentary

Αίσθηση προκάλεσαν οι σημαντικές προσθήκες από πλευράς δημιουργών, οι μεγάλες προσωπικότητες αλλά και μία απώλεια που λύπησε τους απανταχού φίλους του φεστιβάλ: αυτή του Peter Wintonick, ιδιαίτερου κινηματογραφιστή και υποστηρικτή του θεσμού από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του. Αλλά αυτό που κάνει εντύπωση σε κάθε επισκέπτη είναι η ωριμότητα του φεστιβάλ, που πλέον δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτε τα αντίστοιχα του εξωτερικού. Και για να γίνω κατανοητός, θα περιγράψω την επίσκεψή μου σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα φετινά ντοκιμαντέρ, την Έπαυλη.

Δευτέρα βράδυ, και αποφασίζω να παρακολουθήσω την ταινία που «άνοιξε» το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Τορόντο «Hot Docs». Το μόνο που γνώριζα από πριν είναι ότι πραγματεύεται την ιστορία της οικογένειας του σκηνοθέτη, η οποία εργάζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο ιδιόκτητο strip club με την επωνυμία «Η Έπαυλη». Στήνομαι, λοιπόν, όπως κάθε χρόνο στο κλασσικό γυάλινο box της Αριστοτέλους για να παραλάβω το εισιτήριο μου. Εκεί πληροφορούμαι πως μπορώ να το προμηθευτώ και από το εκδοτήριο της αίθουσας. Έχοντας πέσει θύμα αυτής της «διευκόλυνσης» πολλές φορές, έχω χάσει αρκετές προβολές ενώ περίμενα στις χρονοβόρες ουρές των γκισέ του «Κασσαβέτη» ή της «Φρίντα Λιάππα». Μετά από αρκετές παροτρύνσεις από τους ταμίες του box αποφάσισα να ξαναδοκιμάσω. Συναντώ, λοιπόν τη Δήμητρα στα, μεταμορφωμένα για τις ανάγκες του Φεστιβάλ, Village του λιμανιού και κατευθυνόμαστε στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης».

Το ταμείο, άδειο. Λέμε, θα πάει άπατη η ταινία. Παρ’ όλα αυτά η αίθουσα γεμάτη σε σημείο να κάθεται κόσμος στα σκαλιά. Καθώς περιμέναμε για να μπούμε παρατηρώ τους εθελοντές του φεστιβάλ να ζητούν από τους παρευρισκόμενους που δεν είχαν εισιτήριο να αποχωρήσουν. «Για λόγους εξοικονόμησης χώρου» τους ακούω να δικαιολογούνται στους απορημένους αναμένοντες. Το τελειωτικό σοκ ήρθε με τα barcode scanner που χρησιμοποιούνται για την επικύρωση των εισιτηρίων, σε αντίθεση με το διακριτικό σκίσιμό τους στα προηγούμενα φεστιβάλ.

documentary festival

Όσον αφορά την ταινία, μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ευχάριστα. Αν και γυρισμένο με μία κάμερα χειρός, δεν προκαλούσε τη δυσφορία αντίστοιχων «κουνημένων» ταινιών. Η ιστορία μεστή και «to the point», χωρίς να καταχράται το χρόνο της οθόνης με φλυαρίες. Το μόνο που με αποσυντόνισε ήταν η παραπλανητική περιγραφή της πλοκής που, ενώ προετοίμαζε το θεατή για μία ελαφρά πορνογραφική προσέγγιση των στριπτιτζάδικων, παρ’ όλα αυτά επικεντρώθηκε σε πολύ πιο «ανθρώπινα» θέματα, όπως τα προβλήματα βάρους, η φτώχεια και τα ναρκωτικά. Οι ερωταπαντήσεις στο τέλος του φιλμ, έφεραν τον κόσμο σε επαφή με το σκηνοθέτη, ο οποίος ξεκαθάρισε τα όποια σημεία της ταινίας έμειναν αναπάντητα. Συνολικά, ήταν μία πολύ ευχάριστη εμπειρία, που προσφέρει ψυχαγωγία διαφορετική από αυτές που συνηθίζει ο κάθε κάτοικος της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της χρονιάς.

Τέλος, θα ήθελα να συγχαρώ τον κύριο Δημήτρη Εϊπίδη, εμπνευστή και ιδρυτή του Φεστιβάλ, για την πιο άρτια χρονιά στην ιστορία του θεσμού. Μακάρι τα επόμενα χρόνια να εδραιωθεί πιο δυναμικά η Θεσσαλονίκη στο παγκόσμιο φεστιβαλικό στερέωμα.

Δαμιανός Γκουζκούρης

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.