«Το κελάρι της ντροπής» – Διαβάστε πρώτοι αποσπάσματα από το επερχόμενο μυθιστόρημα της Χρ. Δημουλίδου

kelari_dimoulidouΜετά το «Σπίτι των Σκιών», που εκτοξεύθηκε στην πρώτη θέση των best sellers, η αγαπημένη συγγραφέας Χρυσηίδα Δημουλίδου επιστρέφει στις 10 Μαΐου με ένα ολοκαίνουργιο δραματικό -με αστυνομικά στοιχεία- μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Με τίτλο γεμάτο μυστήριο, «Tο κελάρι της ντροπής» αποστρέφεται τις νόρμες του κατεστημένου και εστιάζει σε δύο από τα μεγαλύτερα κοινωνικά ταμπού της «κλειστής» ελληνικής οικογένειας.

Η «χρυσή» πένα της συγγραφέως, αυτή την φορά θίγει την σκληρή πραγματικότητα που συναντά κανείς πίσω από κλειστές κουρτίνες και μελαγχολικά βλέμματα. Πρωταγωνιστές η ενδοοικογενειακή βία, η παιδική και γυναικεία κακοποίηση. Φαινόμενα γνωστά από το χθες έως το σήμερα, που για πρώτη φορά τολμά να αγγίξει Έλληνας συγγραφέας. Το ρεαλιστικό «Kελάρι της ντροπής» που αναμένεται να καθηλώσει το αναγνωστικό κοινό και να προκαλέσει βαθύτερους προβληματισμούς από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, ξεκινά με τρεις αδελφές οι οποίες συναντιούνται έπειτα από πολλά χρόνια στην κηδεία της μάνας τους. Πρόκειται για μια συνάντηση που θα τις φέρει αντιμέτωπες με μυστικά του παρελθόντος. Μυστικά που θα αναστατώσουν μια ολόκληρη κοινωνία.

Με το συγκεκριμένο βιβλίο, η Χρυσηίδα Δημουλίδου, κλείνει τον κύκλο της συγγραφής μυθιστορημάτων, αφού όπως έχει δηλώσει, τα επόμενα επαγγελματικά της βήματα αφορούν αποκλειστικά στη συγγραφή παιδικών βιβλίων και θεατρικών έργων.

 

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ
Στην δεκαετία του 1960 σ’ ένα χωριό της Μεσσηνίας, τρεις αδελφές, η Δήμητρα, η Αναστασία και η Ερατώ μεγαλώνουν κάτω από την σκέπη ενός πατέρα αφέντη και μιας μάνας που δεν έχει λόγο. Η μόνη έξοδος τους από το σπίτι είναι κάθε Κυριακή για την εκκλησία και το πανηγύρι του χωριού μία φορά τον χρόνο. Τα χρόνια σκληρά, αλλά οι πράξεις σκληρότερες. Και μια μέρα ο πατέρας τους τις εγκαταλείπει αδιαφορώντας για το τι αφήνει πίσω του. Όμως μαζί με την κοινωνική απόγνωση έρχεται και η λύτρωση από τους αυστηρούς κανόνες που έχει επιβάλει. Οι πολυαγαπημένες αδελφές ξενιτεύονται σε τρεις διαφορετικές ηπείρους και με τον καιρό οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ τους κόβονται, αγκαλιάζοντας η κάθε μια με αγάπη την νέα πατρίδα της. Πολλά χρόνια αργότερα ένα τηλεφώνημα από την πατρίδα θα ταράξει τις μέχρι τότε ήρεμες ζωές τους. Η επιστροφή στο χωριό τους γίνεται επιτακτική και ο επικείμενος θάνατος της μάνας που εγκατέλειψαν χωρίς να ενδιαφερθούν γι αυτήν, θα τις φέρει μπροστά σε μυστικά και αλήθειες που απέκρυψαν. Το παρελθόν γυρίζει στο παρόν και ζητά απαντήσεις. Τι συνέβη και τις παράτησε ο πατέρας τους; Γιατί εγκατέλειψαν την μάννα τους; Γιατί το πατρικό τους δεν πρέπει να φύγει από τα χέρια τους; Ποιο μυστικό κρύβει το κελάρι στο υπόγειο του σπιτιού; Οι τρεις αδελφές πάνω από την ετοιμοθάνατη μάνα κάνουν μόνο μια ερώτηση. «Μάνα όλα αυτά τα χρόνια γιατί δεν καθάρισες την ντροπή;»

 

Διαβάστε παρακάτω αποσπάσματα του τελευταίου μυθιστορήματος της συγγραφέως πριν καν κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία:

Και σαν η Δήμητρα τέλειωσε δημοτικό και έφερε το απολυτήριο της με άριστα έτρεξε ασταμάτητα από το σχολείο μέχρι το σπίτι της γελώντας για να το δείξει υπερήφανα στον πατέρα της.«Πατέρα! Πατέρα! » του είπε λαχανιασμένη σαν έφτασε. «Πήρα το απολυτήριο μου με δέκα και έπαινο» του είπε με ιδιαίτερη υπερηφάνεια. Ο Δημητρός που άρμεγε μαζί με την Βαγγελιώ στο μαντρί, γύρισε και την κοίταξε αδιάφορα.

«Γυμνάσιο; Τι το θες εσύ το Γυμνάσιο;» της είπε την ώρα που έτρωγαν όλοι μαζί.

«Θέλω να πάω στο Γυμνάσιο» πατέρα, αποκρίθηκε εκείνη και σηκώθηκε από την καρέκλα της χτυπώντας με πείσμα το πόδι κάτω στο δάπεδο.

Τότε σήκωσε το βαρύ του χέρι και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο. Το κορίτσι χάνοντας την ισορροπία του έπεσε στο δάπεδο κι εκείνος έφτυσε επάνω της.

«Θα την κουρέψω σαν το γίδι και τότε να δεις αν θα ξαναμιλήσει για γυμνάσιο και τέτοιες χαζομάρες. Δηλαδή θα την ταΐζω και θα την ποτίζω κι εκείνη αντί να προσφέρει, θα πηγαινοέρχεται σχολείο και θαχει και πάρε δώσε με αγόρια;»

Η Βαγγελιώ στέναξε και κούνησε το κεφάλι της. Σαν ο άνδρας της έλεγε μια κουβέντα, δεύτερη δεν υπήρχε. Τι να κανε κι αυτή η δόλια; Να του πάει κόντρα και να έχουν φασαρίες μέσα στο σπίτι;

«Μωρή πιστεύεις ότι οι γυναίκες που πάνε στην Αθήνα είναι τίμιες; Παστρικές είναι όλες τους για αυτό και δεν θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί. Μια φορά πήγα και σιχάθηκα. Όλες τους με μπογιές στο πρόσωπο σαν καραγκιόζηδες. Α, να χαθούν οι βρώμες. Κι ύστερα θες να στείλω και την κόρη μου στην Αθήνα τάχα για να γίνει δασκάλα και να γυρίζει κι αυτή μ ένα βρακι με φτερά; Πουτάνα την θες την κόρη σου;»

«Τι έπαθες εδώ Δημητρούλα;» την ρώτησε ο Τριάντης γεμάτος ενδιαφέρον.
«Με χτύπησε ο τράγος στο μαντρί, δεν είναι τίποτε θα περάσει.»
«Πονάς;»
«Όχι δεν πονάω καθόλου». Δεν τολμούσε να του πει ότι τελικά δεν θα πήγαινε στο γυμνάσιο.
Πώς να του δώσει τέτοια μεγάλη απογοήτευση; Εκείνος περίμενε πως και πώς να τελειώσει εκείνη το δημοτικό για να ξαναβρίσκονται μαζί κάθε μέρα στο λεωφορείο μέχρι την πόλη.

Φυσικά το μελάνιασμα δεν πέρασε απαρατήρητο, ούτε από την παλιά της δασκάλα. Η δεσποινίς Ελένη την κοίταξε περίεργα.
«Για να δω το μάτι σου Δημητρούλα. Πω πω..μα αυτό έχει μελανιάσει ολόκληρο. Που χτύπησες παιδί μου;»
«Δεσποινίς »…είπε το κορίτσι διατακτικά. «Δεν θα πάω στο Γυμνάσιο. Δεν μ αφήνει ο πατέρας μου. Λέει… να λέει πως οι δασκάλες είναι παστρικιές. Τι πα να πει παστρικιά κυρά δασκάλα;»

Η δασκάλα της την κοίταξε κατάπληκτη.
«Τι είπες Δημητρούλα;» Ρώτησε σαν να μην άκουσε καλά. «Παστρικιές;
«Ναι κυρία, έτσι είπε στην μάννα μου κι εκείνη μου το είπε . Είναι κακό να είσαι παστρικιά;»
Την επομένη τον κάλεσαν στο σχολείο.

Ο Δημητρός τα έχασε για τα καλά. Πήγε στο σχολείο γιατί τον κάλεσε ο πρόεδρος χωρίς να φαντάζεται καν τον λόγο και τώρα ένοιωθε πως βρισκόταν σε δικαστήριο. Τα μπάλωσε και τους έπεισε. Μόλις όμως βγήκε από το σχολείο το χαμόγελο πάγωσε και η φουρτούνα σκιάσε το πρόσωπο του. Έσφιξε τις γροθιές του και πήδηξε στην άμαξα μαστιγώνοντας αλύπητα την Κατίγκω που αφηνιασμένη άρχισε να τρέχει σαν τρελή χλιμιντρίζοντας από τον πόνο. Η όμορφη λευκή ράχη της κοκκίνισε από τα αίματα μέχρι να φτάσουν σπίτι του. Με τον που τον είδε η Βαγγελιώ κατάλαβε πως η μπόρα θα ήταν άγρια. Τι τον ήθελαν στο σχολείο;

«Που είναι η Δήμητρα;» Φώναξε δυνατά.
«Στο μαντρί καθαρίζει τις κοπριές. Τι έγινε Δημητρό; Γιατί σε ήθελε ο Πρόεδρος;»
Δεν της απάντησε και όρμησε σαν σίφουνας στο μαντρί.
«Βρωμιάρα της είπε σαν την είδε. Τι πήγες μωρή και είπες στη δασκάλα; Παστρικιά την είπες; Τώρα θα σου μάθω εγώ να ανοίγεις το στόμα σου.»

Την άρπαξε από την χονδρή κοτσίδα της και αφού την έριξε στο σκατωμένο δάπεδο άρχισε να της τρίβει την μούρη εκεί πάνω Οι οσμές χώθηκαν στα ρουθούνια και στο στόμα της. Τα σπαρακτικά ουρλιαχτά της ξεσήκωσαν όλους τρομάζοντας και τα ζώα που στριμώχτηκαν σε μια γωνιά όλα μαζί. Η μάνα της έτρεξε στο μαντρί και έπεσε επάνω στο άνδρα της νομίζοντας ότι την σφάζει.

Την άφησε από τα χέρια του αφού πρώτα τις είχε ξεριζώσει τούφες από τα μαλλιά και μετά αφού τις έδωσε δύο δυνατές κλωτσιές που την άφησαν μισολιπόθυμη πήρε το καμιτσίκι κι άρχισε να μαστιγώνει μια την κόρη του και μια την Βαγγελιώ γιατί αυτή ξελόγιαζε τα κορίτσια και τους έβαζε λόγια ενώ η Αναστασία μαζί με την Ερατώ ούρλιαζαν δυνατά. Σταμάτησε μόνο σαν είδε αίματα.

 «Σ’ αγαπώ» της είπε για πολλοστή φορά «και δεν βλέπω την ώρα να ενωθούμε και να γίνουμε ζευγάρι. Εκείνη η μέρα θα είναι η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου».
Το κορίτσι χαμογέλασε αχνά και δεν απάντησε.
«Γιατί δε μιλάς Δημητρούλα; Τελευταία έχεις βουβαθεί για τα καλά, εσύ που τιτίβιζες πάντα σαν πουλάκι. Μήπως έχεις μετανιώσει που δέχτηκες αυτή την αγάπη;»
Εκείνη σφίχτηκε με δύναμη επάνω του. «Όχι, ποτέ δεν θα μετανιώσω για όσα σου είπα. Μακάρι να γίνουν αληθινά τα όνειρά μας Τριάντη..όμως..»
«Τι όμως;»
«Αν μια μέρα μάθεις πως έκανα κάτι κακό θα μ αγαπάς το ίδιο;»
«Τι κακό θα μπορούσε να κάνει ένα άδολο πλάσμα σαν κι εσένα Δημητρούλα;» Είπε το αγόρι και γέλασε. «Το πολύ πολύ να ξεχαστείς και να κάψεις καμιά πίτα» είπε και την αγκάλιασε σφιχτά.

Ο Τριάντης είχε αγκαλιάσει την Δήμητρα από την μέση κι εκείνη μ ακουμπισμένο το κεφάλι στον ώμο του χάιδευε τρυφερά το χέρι του. Ούτε που αντιλήφθηκαν την παρουσία του πατέρα της πίσω τους, ούτε πρόσεξαν πως τα πουλιά είχαν σιωπήσει απότομα, ακόμη και το ποταμάκι έπαψε να κελαρύζει.

«Δήμητρα!!» Η βροντερή φωνή του ξέσκισε την ησυχία του δάσους και τα πουλιά φτερούγησαν τρομαγμένα και πέταξαν από τα φυλλώματα.

mpanti

 

 

Δήμητρα Μπαντή
dimitrcm@gmail.com

Δείτε επίσης:

Παρουσίαση – Κριτική βιβλίου – Χρυσηίδα Δημουλίδου: Το Σπίτι των Σκιών

Παρουσίαση – Κριτική βιβλίου – Έλενα Ακρίτα: Το μήλο βγήκε απ’ τον παράδεισο

Παρουσίαση – Κριτική βιβλίου – Ναταλία Γερμανού: Έτσι, για χάρη σου

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.