Χωρίς γουάν πώς θ’ αναπτυχθούμε Μανωλιό μου;

Του Δημήτρη Μανουήλ

«Μεγάλες ευκαιρίες για την ανάδειξη της Ελλάδος σε πύλη εισόδου στην Ευρώπη από την κεντρική Ασία και άλλες αγορές διακρίνει η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος, αρχής γενομένης από τη 15η Μαΐου ξεκινά επισκέψεις-κλειδιά σε ενδιαφερόμενες για επενδύσεις χώρες, με πρώτο σταθμό το Πεκίνο. Το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί ότι η τοποθέτηση της χώρας στον διεθνή χάρτη επενδυτικού ενδιαφέροντος είναι το κρισιμότερο στοίχημα της επόμενης περιόδου, από το οποίο θα κριθεί εν πολλοίς το συνολικό εγχείρημα για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας», σημειώνει ο ημερήσιος τύπος.

diplomatia

Έστω και αργοπορημένα, η ελληνική ηγεσία αντιλαμβάνεται – αν και η σοβαρή επενδυτική πρόταση από το ξεπούλημα απέχει ένα… σαρίκι δρόμο – πως η οικονομική κατάσταση της χώρας, αλλά και η διπλωματική της εξασθένηση, υπαγορεύουν την ανάπτυξη ευρύτερων διεθνών σχέσεων. Είναι αλήθεια ότι η απόφαση των πολιτικών δυνάμεων να συνεχίσει η Ελλάδα στην τροχιά της ευρωπαϊκής προοπτικής (συμμετοχή σε ενιαίο νόμισμα και θεσμούς), αν και όχι λανθασμένη στρατηγικά, δεν κατόρθωσε να καταστήσει τη χώρα ανταγωνιστική και ελκυστική για τους επενδυτές των ΗΠΑ ή της ΕΕ.

Πέρα από τις εγγενείς αδυναμίες του δαιδαλώδους γραφειοκρατικού μας συστήματος η επενδυτική διστακτικότητα της Δύσης οφείλεται και σε άλλες παθογένειες, πολιτικού κυρίως χαρακτήρα. Ας μη στρουθοκαμηλίζουμε: από την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, δημιουργήθηκε σε τομείς της οικονομίας με ιδιαίτερο επενδυτικό ενδιαφέρον (μεγάλα κατασκευαστικά έργα, ενέργεια, κτλ) ένα εγχώριο, συμπαγές κλαμπ συμφερόντων που μονοπώλησε τις μεγάλες επενδύσεις και που έγινε σύντομα επιχειρηματικό κατεστημένο, συντηρώντας ανταποδοτικά τους «καταλληλότερους» στην εξουσία. Κάπως έτσι τα δύο μεγάλα κόμματα κατάφεραν την εναλλαγή τους, αποθαρρύνοντας όμως αξιόλογες επενδυτικές προτάσεις από το εξωτερικό.

Πλέον, η κομματική μας δημοκρατία έχει μεταβάλει την ισχύ των παικτών της και κάποια δεδομένα είναι διαφορετικά. Τώρα, η δυσπιστία της Δύσης εντοπίζεται κυρίως στο γεγονός ότι το πολιτικό σκηνικό της χώρας παραμένει ασταθές – όπως και να το κάνουμε η συγκυβέρνηση των τριών δοκιμάζεται καθημερινά και τελεί υπό το βάρος μιας πιθανής αγεφύρωτης διαφωνίας ενός εκ των εταίρων, κάτι που μπορεί να ανατρέψει πολλά πράγματα – αλλά και στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκπέμπει σιγουριά με την δυσερμήνευτη πολιτική του στο ζήτημα του ενιαίου νομίσματος και των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας. Ένας άλλος λόγος αφορά την κρίση στη ζώνη του ευρώ που διευρύνεται από τον Νότο και απειλεί και πιο ισχυρές οικονομίες, όπως της Γαλλίας.

Παρά τις αντιξοότητες ωστόσο, η Γηραιά Ήπειρος παραμένει μία από τις μεγαλύτερες αγορές του πλανήτη, κάτι που αφορά και εμάς. Αυτό φυσικά αναπτυγμένες και ταχύτατα αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν το αγνοούν. Το διαρκές ενδιαφέρον της αμερικανικής κυβέρνησης για τη χώρα μας, μέσα από τοποθετήσεις κορυφαίων στελεχών της, αναφορές και παραινέσεις του Προέδρου Ομπάμα, αλλά και μεγάλου αριθμού επισκέψεων για συναντήσεις ανταλλαγής ιδεών δεν είναι τυχαίο γεγονός. Ούτε βέβαια γίναμε αίφνης το επίκεντρο των διεθνών οικονομικών εξελίξεων. Το έντονο ενδιαφέρον της Αμερικής απορρέει από τα πολλαπλά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που έχει στην Ευρώπη. Συνεπώς προσπαθεί από τη μεριά της να διασφαλίσει και να εξομαλύνει τις αγορές, αποφεύγοντας εξελίξεις που θα έχουν δραματικές επιπτώσεις στην εύθραυστη αμερικανική οικονομία.

Εκτός της Δύσης, βλέπουμε κινητικότητα από αναδυόμενες δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας. Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να περάσει ανεκμετάλλευτη, αρκεί και εμείς ως χώρα να έχουμε θέσει πρώτα όρους και συγκεκριμένο περιεχόμενο στην αναπτυξιακή μας πολιτική, με γνώμονα τις εθνικές ανάγκες (πολιτική του στυλ «πάρε το Ελληνικό και κάνε το ό,τι νομίζεις» θα μας μετατρέψει σε μια απέραντη νεόπλουτη έπαυλη). Ένα δειλό ξεκίνημα πραγματοποιήθηκε προ ετών με τις κινεζικές επενδύσεις, ενώ ενδιαφέρον επιδεικνύεται από τους Ρώσους, ιδίως στον τομέα της ενέργειας. Οι Τούρκοι, έπειτα, δραστηριοποιούνται στην κατασκευή εγκαταστάσεων ελλιμενισμού τουριστικών σκαφών, ενώ οι επαφές με τον αραβικό κόσμο πρέπει κάποτε να αποδώσουν καρπούς.

Οι σχέσεις με τις ανερχόμενες δυνάμεις δεν αρκεί ωστόσο να παραμείνουν σε εμπορικό επίπεδο. Εδώ υποκρύπτεται, κατά τη γνώμη μου, το κρισιμότερο στοίχημα της ελληνικής πλευράς. Πίσω από κάθε αναπτυσσόμενη οικονομία βρίσκεται μια κεντρική νοοτροπία, ένα σύνολο επιλογών και αυτοδεσμεύσεων. Ας παραδειγματιστούμε λοιπόν από τον τρόπο τους: την επιχειρηματική νοοτροπία της Τουρκίας με τη ραγδαία ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των κατασκευών, σε πόλεις που θα μπορούσαν να γίνουν κέντρα παραγωγής και εξαγωγών προς την Ευρώπη . την απορρόφηση της ινδονησιακής παραγωγής εντός των συνόρων της Ινδονησίας, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει καλύτερα σε κρίσεις στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη . την συνετή πολιτική του Καζακστάν με έμφαση σε «ηπιότερους» αναπτυξιακούς τομείς, όπως η φαρμακοβιομηχανία και οι μεταφορές . τη συνειδητοποίηση του Κονγκό και την ανάπτυξη των υποδομών και των μεταφορών του ώστε η εγχώρια γεωργία του βασανισμένου αυτού αφρικανικού κράτους να γίνει πιο ανταγωνιστική.

Είναι σαφές πως δεν υπάρχουν περιθώρια για χρονοτριβές και άκαρπες συζητήσεις στα διεθνή σαλόνια. Είναι επίσης σαφές πως δεν έχουμε ανάγκη από μιαν ακόμη Μεγάλη Ιδέα, ούτε από alternative «προστάτιδες δυνάμεις». Όταν μιλάμε για στρατηγικές και συμμαχίες δεν είμαστε τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που ορίζει η γεωγραφία, η δημογραφία και τα δημοσιονομικά μας. Οι κοινωνικές επιταγές ακολουθούν σε άλλο επίπεδο (εξίσου σημαντικό), για να ελέγξουν το περιεχόμενο της εκάστοτε συμμαχίας. Όπως και να ‘χει, η κατάσταση απαιτεί ρεαλισμό, προσοχή και ευελιξία. Για να δούμε…

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.