[A real LifeStory] Με κομμένη ανάσα

Ξημέρωσε. Τα σεντόνια έχουνε ακόμα το σχήμα του σώματος σου και αμυδρά μυρίζουν το άρωμα σου. Τα χείλη μου εξακολουθούν να έχουν τη γλυκόπικρη γεύση από τα φιλιά σου. Σε ποιόν να μιλήσω να με νιώσει; Με κομμένη την ανάσα μετράω τις στιγμές και τρέμω,τρέμω και κλαίω για εκείνες που μας προσπέρασαν.

Αgapi

Με τρόμαξες αγάπη μου! Κι ακόμα φοβάμαι. Βλέπω σκιές στο παράθυρο κι ακούω γέλια απο το μπαλκόνι. Με έκανες να βιώσω τον παράφορο, τον παθιασμένο και ίσως τον απόλυτο έρωτα. Τον έρωτα που πάντα ως δια μαγείας σε πονάει. Κι ο,τι πονάει λένε είναι ζωντανό.

Μη φεύγεις γαμώτο. ΑΝΤΕΧΩ …κι ας είμαι με κομμένη την ανάσα. ‘Ασε με να σε μάθω, να σε συνηθίσω, να σε βγάλω απο πάνω μου, να μη σε θέλω κι εγώ. Μη μου λες δε γίνεται. Όλα γίνονται!!! Θυμάσαι τις βόλτες μας στην θάλασσα, το αεράκι που φυσούσε και έπαιρνε τα χαρτάκια από τα στριφτά τσιγάρα μας; Θυμάσαι πού με πρωτοφίλησες;

Γιατί με γέμισες με φρούδες ελπίδες πως μπορεί και να με ερωτευτείς; Ξέρω, δεν είμαι άμοιρη ευθυνών κι ούτε ρίχνω όλο το φταίξιμο πάνω σου, μα εγώ ήξερα πολύ καλά τι ένιωθα. Και ναι! Πες το εγωισμό γιατί πίστεψα ότι με τον καιρό θα σε έπειθα πως αξίζει να με ερωτευτείς, εσύ όμως γιατί έστησες όλο αυτό το κωμειδύλλιο;

Δεν κοίταξες ποτέ βαθιά μέσα μου να ανακαλύψεις τους πραγματικούς λόγους που σου είχα παραδωθεί, έλεγες “είσαι υπερβολική”. Απο πότε είναι υπερβολικό να είναι κάποια ερωτευμένη μαζί σου; Ας είναι. Πες με όπως θέλεις, χαρακτήρισε αυτό που νιώθω όπως σε συμφέρει και να το αναμοχλεύεις όταν κάποτε – με κομμένη ανάσα – ερωτευτείς κι εσύ.

Έφυγα πολλές νύχτες με κομμένη την ανάσα από το κλάμα. Δεν άκουσες τίποτα γιατί δεν ήθελα να ακούσεις, έκανα άπειρα τσιγάρα κι ούτε ένα αποτσίγαρο δε σου άφησα ποτέ. Έκλεινα πάντα την πόρτα αθόρυβα να μην ξυπνήσεις, όμως, εσύ ξυπνούσες και με την πρώτη ευκαιρία έφευγες.

Έφευγες και έπειτα επέστρεφες με μια μεγάλη δόση ειρωνείας και σαρκασμού. Κι εγώ ήμουν εκεί. Αντικείμενο. Στάση, ποτέ προορισμός. Το πουλέν σου. Η βόλτα σου. Το τίποτα.

Είχε κοπεί κι άλλες φορές η ανάσα μου, μωρό μου… σταματούσα την αναπνοή μου και τη χρονομετρούσα κι έλεγα “να πόσο θα αντέξω μακρυά σου” κι έκανα εξάσκηση να αυξήσω τον χρόνο. Πέντε δεύτερα, δεκαπέντε …Τόσο. Αντιλαμβανόμουν κάθε ήχο σου, κολλούσα το κορμί μου στο δικό σου τόσο που αν μπορούσα να γινόμασταν ένα… ένα … Παρατηρούσα κάθε μορφασμό στο πρόσωπο σου κι αν καμιά φορά το σώμα σου από την κόπωση τιναζόταν σε χάιδευα κι ύστερα πάλι “έπεφτα” γεμάτη από την ερωταλγία μου ..

Ερωταλγία. Έίναι δική μου λέξη. Σου αρέσει ή την θεωρείς κι αυτήν χαζή;

Ζήλευα τις σκέψεις σου, τα όνειρά σου, ο,τι έζησες πριν κι ο,τι θα ζήσεις μετά από εμένα. Πίστεψε με η ζωή σου δε θα είναι η ίδια τώρα που κατάφερες να κάνεις κι εσύ ο,τι σου ‘κάναν κάποτε. Τότε όμως ήμασταν ΠΑΙΔΙΑ… Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο και μη μου λες ότι δύσκολα ερωτεύεσαι, πες μου ΔΕΝ ΣΕ ΕΧΩ ΕΡΩΤΕΥΤΕΙ ΚΙ ΟΥΤΕ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ..

Θα κλάψω αθόρυβα, θα πονέσω αθόρυβα, θα φύγω αθόρυβα και για πρώτη φορά μετά από καιρό … θα πάρω μια βαθιά ανάσα!

Στεφανία Τσολάκη

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.