Hasta la vista – Αντίο, τα λέμε

Από 4 Απριλίου στους κινηματογράφους

Γλυκύτατη, ειλικρινέστατη, αισιόδοξη,  άκρως χιουμοριστική και ταυτόχρονα ρεαλιστική, συγκροτημένα συγκινητική κι ελαφρώς μελαγχολική (αλλά χωρίς περιττές συναισθηματικές εξάρσεις ) είναι η τελευταία ταινία του Βέλγου Geoffrey Enthoven που ξεκινά να προβάλλεται στις αίθουσες από τις τέσσερις Απριλίου.

Τρία αγόρια, ο Jozef, ο Lars,ο Philip, πάσχουν από κάποιου είδους αναπηρία, μερική τύφλωση, όγκο στον εγκέφαλο, που προκαλεί παράλυση, κι ολική παράλυση αντίστοιχα. Είναι χρόνια φίλοι και ο Philip επιστρέφοντας από μια εκδρομή έχει τη  φαεινή ιδέα να πραγματοποιήσουν ένα ταξίδι ως την Ισπανία ώστε να επισκεφτούν ένα πορνείο αποκλειστικά για ανθρώπους με ειδικές ανάγκες. Όντας κι οι τρεις παρθένοι σε μεγάλη ηλικία οι αρχικές τους αντιρρήσεις κάμφθηκαν γρήγορα και το επόμενο βήμα ήταν να πεισθούν οι γονείς. Η αρχική υπόθεση πως οι τρεις οικογένειες θα πήγαιναν μαζί διακοπές κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι διαψεύσθηκε από τα παιδιά τους και τους ανακοίνωσαν τις πραγματικές τους προθέσεις, να μεταβούν δηλαδή στην Ισπανία μονοί τους, φυσικά με την βοήθεια ενός συνοδού. Προς έκπληξη των νέων οι γονείς συμφωνούν και ξεκινούν οι ετοιμασίες (η επιλογή συνοδού, οχήματος, το πλάνο της διαδρομής, οι κρατήσεις σε ξενοδοχεία). Ο ενθουσιασμός και των τριών είναι μεγάλος ώσπου η κατάσταση του Lars επιδεινώνεται ένεκα επέκτασης του όγκου του. Όλα δείχνουν πως το ταξίδι ακυρώνεται.

Ωστόσο, τα τρία παιδιά δεν τα παρατάνε τόσο εύκολα. Αποφασίζουν να φύγουν κρυφά! Ο συνοδός τους αναγκάζεται να τους εγκαταλείψει εφόσον δεν έχουν την άδεια των γονέων τους για το ταξίδι τους προτείνει όμως έναν συνάδελφο που πιθανότατα θα μπορεί να τους συνοδεύσει, τον Κλοντ, ο οποίος αποδεικνύεται κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που ανέμεναν. Για να κατορθώσει έκαστος την προετοιμασία για το ταξίδι λαμβάνοντας υπόψιν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν δέχτηκε βοήθεια από όπου μπορούσε και χρησιμοποίησε ένα σωρό τεχνάσματα (συγκεκριμένα ο Lars είχε την βοήθεια κι αργότερα την κάλυψη της μικρότερης αδελφής του, από την σχέση των οποίων δεν έλειπαν ως τότε οι διαπληκτισμοί αλλά αμβλύνθηκαν με την επιδείνωση της υγείας του). Κατάφεραν τελικώς να είναι έτοιμοι την συμφωνημενη ώρα στον κανονισμένο τόπο και μετά από μακρά αναμονή εμφανίστηκε το μέσο τους κι ο αναπάντεχος ιδιοκτήτης του. Παράλληλα με την έναρξη του ταξιδιού, της περιπέτειας των τριών φιλών ξεκινούν κι οι γονείς τους να τους ψάχνουν για να τους πείσουν να επιστρέψουν.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται εν μέρει έστω για μια ταινία δρόμου, απλώς οι πρωταγωνιστές της τυχαίνει να είναι λίγο πιο ιδιαίτεροι. Πάντως οφείλω να παραδεχτώ πως κι οι ερμηνείες ήταν εξαιρετικές, λαμβάνοντας υπόψη την δυσκολία ταύτισης με τέτοια προβλήματα αλλά και το σενάριο κι η σκηνοθεσία. Αξιόλογο θεώρησα το γεγονός πως ο χαρακτήρας με την μεγαλύτερη δυσκολία κίνησης έχει την περισσότερη ενεργεία, το περισσότερο θάρρος, το περισσότερο κουράγιο. Ταυτόχρονα χωρίς καμιά υπερβολή, χωρίς μελόδραμα απεικονίζεται παραστατικότατα  πόσο σκληρή μπορεί να είναι η πραγματικότητα που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Ορισμένες σκηνές είναι πάρα πολύ δυνατές ιδιαιτέρως σε σχέση με την  μεγάλη αντίθεση πως κάθε μέρα που συνεχίζουν το ταξίδι τους έχουν όλο και περισσότερη όρεξη να τα καταφέρουν.

Βεβαίως η ταινία δεν είναι κάποια δακρύβρεχτη ιστορία, ίσα-ίσα η απουσία φανφαρών επιτρέπει στον θεατή να αντιληφθεί κάθε σκηνή η εξέλιξη όπως αυτός κρίνει, τόσο λυπηρή η σκληρή η αποκρουστική όσο εκείνος πιστεύει. Και μέσα σε όλα αυτά δεν απουσιάζει το χιούμορ μιας και ως καθημερινοί φίλοι πειράζουν ο ένας τον άλλον αλλά και τρίτους, γίνονται έως και κάφροι σε σημεία. Δεν είναι το ελάχιστο επιβεβλημένο χιούμορ για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα όταν πλημμυρίζουν τα ματιά του κοινού από δάκρυα αλλά το καθημερινό απλό χιούμορ που υφίσταται σε κάθε παρέα.

Το συγκεκριμένο φιλμ ίσως αδικείται από την άποψη πως προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες λίγες εβδομάδες μετά την προβολή του Sessions, που πραγματεύεται ακριβώς το ίδιο ζήτημα όμως το Hasta La Vista (που είχε γυριστεί κιόλας από το 2011) είναι πολύ πληρέστερη και πολύ πιο αληθινή εκδοχή του προανανφερθέντος.

Εν γένει, πιστεύω πως πρόκειται για μια ταινία που αξίζει ένα δίωρο από τον χρόνο μας και προσπαθώντας να μην κάνω spoiler θα αναφέρω μοναχά συνοπτικά πως η ταινία είχε το καλύτερο δυνατό, το πιο «ρομαντικό», με έναν τρόπο, τέλος, καθώς εφόσον έπρεπε το νήμα κάποιου να κοπεί έγινε στην πιο κατάλληλη στιγμή και στην πιο όμορφη σκηνή.


Σκηνοθεσία:
Geoffrey Enthoven
Σενάριο: Pierre De Clercq, Asta Philpot, Mariano Vanhoof
Πρωταγωνιστουν: Robrecht Vanden Thoren, . Gilles De Schrijver , Tom Audenaert
Διάρκεια: 115′
Διανομή: Ama Films

Έλενα Στεφανάτου

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.