A Real RoadStory – Η επιστροφή της καθώς πρέπει γούνας

Ζει με έναν άντρα κατά πολύ μεγαλύτερό της σε μια βίλα, όπου συναντά καθημερινά τη χλιδή, τη ματαιοδοξία και την ατέρμονη δυστυχία. Αποφασισμένη να πετύχει στη ζωή της και να γευτεί τον επίγειο υλικό παράδεισο, συζεί με τη μοναξιά της και ασφυκτιά κάθε μέρα ολοένα και πιο πολύ.

gouna

Αποκομμένη από τις φίλες της, από τους γονείς της και όντας ασυμβίβαστη και ατίθαση, σαν καθαρόαιμο άτι, μετατρέπεται σε «πεκινουά’ του σαλονιού. Ο άντρας με τον οποίο συζεί είναι συμπλεγματικός και προβάλλει πάνω της τόσο πατρικά όσο και σαδιστικά ένστικτα.

Η ίδια βλέπει στα μάτια του τη χαμένη πατρική στοργή και υπομένει τις ταπεινώσεις και τις εντολές του «μέντορά» της. Η ρωμαϊκή αρένα αποτελεί το καθημερινό τους τελετουργικό…

Αποφασίζει ο μέντορας να δειπνήσουν σ’ ένα πολύ ακριβό εστιατόριο και όχι υπό το φως των κεριών φυσικά. Υπό το βλέμμα των άλλων κανιβαλιστικών διαθέσεων ανθρώπων, παρεμφερούς θηράματος, όπου το μόνο που δεσπόζει  είναι η βαρεμάρα, το ματαιόδοξο τίποτα.  Ύστερα από σχόλια περί αδαούς στυλιστικά γυναίκας και  αφού έχει ελέγξει την υπόλοιπη ενδυμασία της, της φορά τη γούνα.  Η γυναίκα περιφέρεται με τη γούνα, προσπαθώντας να βρει τα γοβάκια της. Εξαγριωμένος που αργεί, κορνάρει μανιωδώς και ωρύεται. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια της για κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου και ποτίζουν τη μαύρη γούνα.

Πρέπει όμως να βγει και να είναι η καλοστημένη Δίδα που θα συνοδεύεται από τον κ. Κενότοπο. Δεν ανταλλάσσουν μιλιά μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς το γκάζι φροντίζει να αποτελεί τη μόνη συντροφιά μεταξύ των απότομων στροφών..

Έχουν μόλις φτάσει και τα βλέμματα των υπόλοιπων συνδαιτημόνων  κάνουν στροφή 180 μοιρών, προκειμένου να θέσουν τα γρανάζια του κουτσομπολιού σε κίνηση και η γη να εξακολουθεί να γυρίζει…

Κάθονται στο πιο κεντρικό τραπέζι, δίχως να μιλούν. Παραγγέλνει ο κύριος, έτσι απλά.. Η γούνα όμως μιλά για τη γυναίκα. Έχει καθηλώσει με την παρουσία της πάνω στο κορμί της αρκετό μέρος του παρευρισκόμενου αντρικού πληθυσμού και αποτελεί ήδη αντικείμενο συζήτησης. Πάντα στα κρυφά και νοηματικά, στο μέτρο που οι γυναίκες-βασίλισσες καραδοκούν να ξεσκίσουν μονομιάς τη θεσπέσια γούνα.

Δίχως χαμόγελο, η γυναίκα σηκώνει τα μάτια της και αντικρίζει τον αρχηγό της παρέας των λύκων, να συντρώγει με μία ομοτράπεζή του. Σκάει αυθόρμητα στις άκρες των χειλιών της ένα γνήσιο χαμόγελο και απορεί τι να γυρεύει αυτός ο τόσο μοναδικά αισθαντικός νεαρός εκεί μέσα. Αναρωτιέται τι σχέση να έχουν μεταξύ τους, στο μέτρο που η δική της σχέση με τον μέντορά της έχει πεθάνει.

 Την καρφώνει εδώ και ώρα με το βλέμμα του, παρακολουθώντας κάθε της κίνηση. Δεν την αφήνει ούτε λεπτό. Αυτή αρχίζει να νιώθει εκείνο το γνώριμο ρίγος του πάθους, το οποίο όμως αυτή τη φορά είναι πιο ύπουλο, καθώς το φως εκπέμπεται από έναν πολύ σικ πολυέλαιο και όχι από τη δημόσια λάμπα… Δεν αντέχει, προφασίζεται ότι θέλει να καπνίσει. Βάζει τη γούνα της και κατευθύνεται στον προαύλιο χώρο. Η νύχτα αυτή είναι περίεργη, τόσο ήσυχη και τόσο επικίνδυνη….

Την ακολουθεί ο νεαρός , της προσφέρει φωτιά κι ένα σημείωμα, το οποίο γράφει: » Αποπλανείς τις αισθήσεις κάθε αρσενικού, πώς το αντέχεις;»

bouktsi

 

 

 

Αναστασία Μ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.