Today΄s Story: Μάνα πατρίδα, φα τους όλους… Μη μείνει κανένας!

‘Ένα εκτενές φωτο- ρεπορτάζ σχετικά με τους πρόσφυγες από τη Συρία, δημοσιεύθηκε στην Washington Post, τονίζοντας ότι αυτό το κύμα μετανάστευσης είναι το μεγαλύτερο, από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

immigrants

Ο δημοσιογράφος και ανώτερος ανταποκριτής της εφημερίδας επί 14 χρόνια Kevin Sullivan, μαζί με τη  φωτορεπόρτερ Linda Davidson παρουσίασαν μετά από το ταξίδι τους στο Λίβανο, την Ιορδανία και την Τουρκία, ένα σύνολο 18 προσωπικών ιστοριών, συνοδευόμενες η καθεμία από φωτογραφικό υλικό. Εκτός από τον πόνο, τις σκηνές εξαθλίωσης που συνάντησαν, και το πραγματικά σκληρό πρόσωπο της ζωής, έγιναν μάρτυρες ενός γάμου και μίας γέννησης, τα οποία θέλησαν να συμπεριλάβουν στις ιστορίες τους. Ακόμα βρέθηκαν μπροστά σε αίθουσες διδασκαλίας, ενώ επισκέφθηκαν και ένα νεκροταφείο όπου οι οικογένειες θρηνούσαν όχι μόνο για τους νεκρούς τους, αλλά και για το γεγονός ότι είναι θαμμένοι σε ξένο τόπο.

Με ιδιαίτερη προσοχή και σεβασμό στους «πρωταγωνιστές» αυτής της σκληρής πραγματικότητας, αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους, καθώς κάποιοι από αυτούς ήταν μικρά παιδιά, ορφανά. Στην εισαγωγή-περιγραφή της εμπειρίας αυτής, ο δημοσιογράφος, συμπληρώνει :

«Αυτοί οι άνθρωποι και αυτές οι χώρες δε θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο».

Ποιος άραγε να τους νιώσει; Πόσο πόνο μπορεί να έχουν αντέξει και να πρέπει να αντέξουν ακόμα; Η φυγή όμως ήταν και είναι η μόνη τους λύση.

Εμείς οι Έλληνες λέμε πως ξέρουμε από “αποχωρισμό”, από μετανάστευση. Κάποτε “επιλέγαμε” τη φυγή, γιατί οι ανάγκες δεν μπορούσαν να καλυφθούν στη χώρα μας, γιατί αναζητούσαμε εργασία, χρήματα και καλύτερες συνθήκες ζωής για την οικογένεια μας. Όπως και όλου του κόσμου οι μετανάστες. Πλέον υποστηρίζεται ότι βιώνουμε άλλη μία τέτοια περίοδο ελληνικής μετανάστευσης, κυρίως από νέους ανθρώπους. Λένε κάποιοι, “επανήλθε στη μόδα” η άποψη ότι «η Ελλάδα- πατρίδα τρώει τα παιδιά της, τα απομακρύνει, τα διώχνει μόνη της», και ούτω καθεξής. Γνωρίζετε μήπως εσείς που το λέτε κάτι παραπάνω από τις τάσεις της μόδας ή είστε πραγματικά μέσα στα πράγματα και κρίνετε πως εμείς οι νέοι άνθρωποι είναι υπερβολικοί αν το πιστεύουν αυτό; Έχει σκεφτεί κανείς ότι οι νέοι, οι περισσότεροι καταρτισμένοι νέοι επιλέγουν να αφήσουν τη χώρα τους, όχι τόσο λόγω της έλλειψης χρημάτων, όσο για την ηθική και έπειτα για την επαγγελματική αποκατάστασή τους.

metanastes

Μέσα σε μία Ελλάδα καταρρακωμένη από κάθε άποψη, από την οικονομία και την κοινωνία, από την παιδεία και την υγεία, μέχρι τις ψυχές των ανθρώπων, που βρίσκονται ξαφνικά στο δρόμο, και καθημερινά είναι και περισσότεροι, απομένει να παραδεχτούμε ότι πλέον τα πράγματα έχουν κυριολεκτικά αγριέψει και απέναντι στο «καλό», στο «τίμιο», στο «ειλικρινές», στο «ηθικά και πνευματικά καλλιεργημένο». Τόσοι νέοι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν μία νέα αρχή σ’ αυτή την «μισοκατεστραμμένη» χώρα, και κανείς μα κανείς δε δίνει το χέρι του να τους τραβήξει έστω και λίγο πιο μπροστά, ούτε έστω με έναν καλό λόγο! Πολλοί πλέον φτάνουν σε σημείο να ντρέπονται για τις σπουδές τους, για τον κόπο τους και για τις στερήσεις της οικογένειας τους, στην προσπάθεια να τους βοηθήσουν να πετύχουν. Γιατί να αισθάνονται μειονεκτικά που δε γνωρίζουν διάφορες δουλειές ή δεν έχουν προϋπηρεσία σε αυτές, τις οποίες αναγκάζονται να κάνουν για να καταφέρουν να επιβιώσουν; Και γιατί τελικά να μείνουν εδώ να τις κάνουν; «Πατρίδα» δεν αποκαλείται μία χώρα μόνο για το όνομά της. Είναι η πολιτεία, η κοινωνία που ζεις, οι άνθρωποί της. Όταν οι μεγαλύτεροι από σένα άνθρωποι, που, στην πλειοψηφία τους, ενώ βιώνουν την ίδια κατάσταση στην ίδια χώρα, και οι περισσότεροι από αυτούς είναι αστοιχείωτοι, σε μειώνουν, σε σνομπάρουν, ή σε θεωρούν «ανίδεο» επειδή είχες το θράσος να σπουδάσεις εδώ, που για εκείνους το σχολείο δε μαθαίνει τίποτα και όλα είναι κατευθυνόμενα και μισά, έιχες το θράσος να παλέψεις για κάτι, να προσπαθήσεις να εξειδικευτείς σ’ αυτό,  και τώρα έχεις μεγαλύτερο θράσος να θέλεις να δουλέψεις… σε ποια ακριβώς πατρίδα αναφερόμαστε; Δεν είναι μόνο οι θεσμοί και τα προβλήματα του κράτους που επιβαρύνουν τους νέους, είναι οι ίδιοι οι «συμπατριώτες»!

Δε νομίζω ότι η πραγματικότητα της τηλεόρασης, με τους συνεχιστές της παράδοσης του τραγουδιού, του θεάτρου ή τους πετυχημένους του κινηματογράφου, είναι η αλήθεια της πραγματικότητας της ζωής των νέων σήμερα. Που βρίσκονται οι γιατροί μας; Που είναι οι επιστήμονες μας; Που άραγε είναι οι πολύ καλοί μαθηματικοί μας ή οι φιλόλογοι ή ακόμη οι έντιμοι δημοσιογράφοι που μπορεί να εκκολάπτονται; Που βρίσκονται και άλλοι νέοι που έχουν κάτι να πουν, εκτός από τους χρήστες ναρκωτικών που τώρα πια είναι καθαροί; Γιατί δε δίνεται βήμα και σε άλλους ανθρώπους που είναι καθαροί ολόκληρη τη ζωή τους, και έχουν έξυπνες, καινοτόμες ιδέες;

Σου λένε «μείνε στην πατρίδα σου να τη στηρίξεις, να μη φύγεις, να δώσεις εδώ ό,τι καλύτερο μπορείς για να την αναπτερώσεις». Για να τη στηρίξω πρέπει να με στηρίξει. Όταν ο ίδιος ο γέροντας που σε έχει υπάλληλο στο μαγαζί του, σε σνομπάρει, επειδή είσαι δάσκαλος και εργάζεσαι εκεί για να ζήσεις, και όταν το ίδιο το κράτος αμελεί να ανοίξει το Δημόσιο για να προσληφθείς, τότε τι να περιμένεις και από που; Το μόνο που ίσως γίνει εν τέλει, είναι η πατρίδα αυτή να μείνει με το γέροντα και εσύ να ανοίξεις τα φτερά σου για εκεί που θα σε σεβαστούν και θα εκτιμήσουν, τουλάχιστον, το ότι έχεις όνειρα.

Χρύσα Σίδερη

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.